ΣΥΓΧΡΟΝΟΣ ΙΣΛΑΜΙΚΟΣ ΤΖΙΧΑΝΤΙΣΜΟΣ

2017: ΤΟ ΙΣΛΑΜΙΣΤΙΚΟ ΜΕΤΩΠΟ ΕΠΕΚΤΕΙΝΕΤΑΙ ΣΤΗΝ ΠΕΡΙΟΧΗΝ ΤΩΝ «ΤΡΙΩΝ ΣΥΝΟΡΩΝ», ΣΤΟΝ ΝΙΓΗΡΑ ΚΑΙ ΣΤΗΝ ΜΠΟΥΡΚΙΝΑ ΦΑΣΟ.

Στον νοητό γεωγραφικόν άξονα Μενάκα - Τιλλαμπέρι, στην διαβόητο πολύπαθη περιοχή των «τριών συνόρων» (Μάλι-Νίγηρ-Μπουρκίνα Φάσο), ο τζιχάντισμος επέδρασε καταλυτικώς στην αναζωπύρωση των παρελθουσών πολεμικών συγκρούσεων.

Εδώ, η τρέχουσα αυξομειουμένη σύγκρουση ήρχισε στις αρχές του 2012, όταν, ενοχλημένοι από την εισροή των Τουαρέγκ και των Νταουσσάκ στο MNLA, οι Φουλάνι της περιοχής των συνόρων επλησίασαν αντισταθμιστικώς τους τζιχαντιστές. Στις αρχές του 2019, οι εντόπιες ένοπλες ομάδες που αντετάχθησαν στους τζιχαντιστές ήσαν η «Ομάς Αυτοαμύνης των Τουαρέγκ Ιμγάντ και των Συμμάχων» (GATIA) -που αντιπροσωπεύει τους Τουαρέγκ Ιμγάντ- και το «Κίνημα για την Σωτηρία του Αζαβάντ» (MSA), το οποίον απαρτίζεται από έναν κλάδο των Νταουσσάκ. Αντιμέτωποι αυτών ευρέθησαν οι ομάδες που συμμετέχουν στον ένοπλο τζιχάντ, δηλαδή το «Ισλαμικόν Κράτος στην Μεγάλη Σαχάρα» (ElGS), τοπικόν υποκατάστημα του Ισλαμικού Κράτους, καθώς και τα κινήματα «Αλμοραβίδες» (Al – Mourabitoun) και «Ομάς Υποστηρίξεως του Ισλάμ και των Μουσουλμάνων» (Jama'a Nusrat ul-Islam wa al-Muslimin – JNIM/GSIM), τα οποία περιλαμβάνουν κυρίως Φουλάνι και μερικούς Τζέρμα. 

[Η Nusrat al-Islam, είναι μια πολυδύναμος και εξόχως μαχητική τζιχαντιστική οργάνωση στο Μαγκρέμπ (Βορειοδυτική Αφρική) και στην Δυτική Αφρική που εσχηματίσθη από την συγχώνευση τμημάτων του Ansar Dine, του Μετώπου Απελευθερώσεως της Μάκινα, των προαναφερθέντων «Αλμοραβιδών» και του σαχαριανού υποκαταστήματος της Αλ Κάϊντα ήτοι «Αλ Κάϊντα στο Ισλαμικό Μαγκρέμπ». Η Nusrat al-Islam είναι ο επίσημος κλάδος της Αλ Κάϊντα στο Μάλι, αφού οι ηγέτες της ορκίσθησαν υπακοή στον Αϋμάν αλ Ζαουαχίρι, τον Αιγύπτιο διάδοχο του Οσάμα μπιν Λάντεν στην ηγεσία της Αλ Κάϊντα.] 

Αυτή η περιοχή των «τριών συνόρων» άρχισε να γίνεται πράγματι αισθητή στις 4 Οκτωβρίου 2017, όταν κοντά στο Τιλλαμπέρι ένα αμερικανο-νιγήριο απόσπασμα ειδικών δυνάμεων έπεσε σε ενέδρα όπου εφονεύθησαν τέσσαρες Αμερικανοί και πέντε Νιγήριοι στρατιώτες, ενώ υπήρξαν και πολλοί τραυματίες. Για πρώτην φορά, οι επιτιθέμενοι είχαν διεξάγει ανοικτή μετωπική μάχη, με μια δυτική δύναμη, και δη εναντίον ειδικών δυνάμεων. 

Η επίθεση αυτή επραγματοποιήθη σε μια περιοχή όπου, για μιαν εισέτι φορά, το ισλαμικόν παραπέτασμα αποκρύπτει εκτενέστατα τον πυρήνα του ζητήματος. Τα πάντα εδώ είναι ενριζωμένα στην παλαιά και βαθεία αντίθεση μεταξύ Φουλάνι, Τουαρέγκ Ιμγάντ και άλλων ομάδων που παραδοσιακώς εμπλέκονται σε σκληρόν ανταγωνισμό, εχθές για τον έλεγχον των υδάτων και των βοσκοτόπων, σήμερον για τον έλεγχον των οδών κυκλοφορίας «αγαθών» πάσης φύσεως. Σε αυτό το πλαίσιον, κάποιοι Φουλάνι προσεχώρησαν στον τζιχαντισμό για να ημπορέσουν να πολεμήσουν τους ανταγωνιστές τους, ιδιαιτέρως δε τους Ιμγάντ. Οι τελευταίοι, που αρχικώς είχαν εξοπλισθεί από το Μάλι για να πολεμήσουν εναντίον των συγγενών τους Τουαρέγκ Ιφορά του ισχυρού «Εθνικού Κινήματος Απελευθερώσεως του Αζαβάντ» - (MNLA), εξεμεταλλεύθησαν την κατάσταση για να προωθήσουν και ισχυροποιήσουν εαυτούς. 

Για μιαν εισέτι φορά, η ιστορική και γεωπολιτική μας ανάκαμψη μας επιτρέπει να αντιληφθούμε ότι, πρωτίστως ευρισκόμεθα έμπροσθεν εκτενών αναδυόμενων γεγονότων. Όπως είδαμε χρακτηριστικώς στην έως τούδε σειράν των άρθρων του θέματος, προ της αποικιοκρατίας οι «καθιστικοί» – οικιστές πληθυσμοί που έζων κατά μήκος του ποταμού Νίγηρος και στις προσχωσιγενείς πεδιάδες του, ευρέθησαν εν μέσω δύο αρπακτικών προσβολών, εκείνης των Τουαρέγκ στον Βορρά και εκείνης των Φουλάνι στον Νότο. Εξόχως αδύναμοι ώστε να αντισταθούν, ο οικιστές –γεωργοκτηνοτρόφοι κατέστησαν εξαρτώμενοι από αυτές τις νομαδικές εθνοφυλετικές ομάδες για να αποφύγουν τις επιδρομές τους. Στην συνέχεια εσχηματίσθησαν συστήματα συμμαχίας-εξαρτήσεων τα οποία ευρίσκονται σήμερον παρόντα σε αυτήν την παραμεθόριο περιοχή μεταξύ Μάλι και Νίγηρος με τις εθνότητες, τις φυλές ή τις φατριές που υποστηρίζουν τους τζιχαντιστές και εκείνες που τους αντιμάχονται. 

Περιληπτικώς οι κύριες εθνοφυλετικές συγκρούσεις στην συνοριακή περιοχή Νίγηρος-Μάλι κατά την περίοδον 2008-2019 έχουν ως ακολούθως: 

2008-2009: Φουλάνι εναντίον Ντζέρμα βορείως του Τιλλαμπέρι. 

2010-2011: Φουλάνι εναντίον Νταουσσάκ.

Δεκέμβριος 2013-Φεβρουάριος 2014: Φουλάνι εναντίον των Ιμγάντ στην περιοχή του Γκάο και βορείως του Τιλλαμπέρι.

Φεβρουάριος 2014: Τουαρέγκ εναντίον Φουλάνι.

Από τον Φεβρουάριον έως τον Μάϊον του 2018, επραγματοποιήθη ένας πραγματικός πόλεμος μεταξύ Φουλάνι και Νταουσσάκ, ο οποίος εσκότωσε δεκάδες πολεμιστές και αμάχους:

3 Φεβρουαρίου 2018: στο Ταλαταγιέ, Φουλάνι σφαγιάζουν Νταουσσάκ.

26 Απριλίου 2018: Νέα Σφαγή των Νταουσσάκ στην περιοχή Μενάκα.

27 Απριλίου 2018: Αντίποινα από τους Νταουσσάκ κοντά στο Τιλλαμπέρι.

1 Μαϊου 2018: Σφαγή Νταουσσάκ στην περιοχή Μενάκα.

9 Μαΐου 2018: Σφαγή Νταουσσάκ στην περιοχή Μενάκα.

18 Μαΐου: Σφαγή Νταουσσάκ και Φουλάνι στην περιοχή του Τιλλαμπέρι.

Η μαλιανή σύγκρουση έχει επεκταθεί και στην Μπουρκίνα Φάσο, όπου κατά το δεύτερον εξάμηνο του 2018 εσημειώθη εξέλιξη, καθώς η προκληθείσα από του τέλους του 2016 κλιμακωτή αναταραχή από το κίνημα «Υπερασπιστές του Ισλάμ» / Ansar ul Islam («παράρτημα» των «Υπερασπιστών της Πίστεως»- Ανσάρ Ντιν του Μάλι) επηρέασεν μεν αρχικώς μόνον το βόρειον τμήμα της Μπουρκίνα (το συνορεύον με την μαλιανή Μακίνα), όμως κατόπιν επεξετάθη στο νοτιοανατολικόν τμήμα. Κατά τους τελευταίους μήνες του 2018, η ανατολική περιοχή του γεωγραφικού άξονος Φάντα - Νγκούρμα κατεκλύσθη από τρομοκρατικές πράξεις. 

Όπως και στο Μάλι, οι πληθυσμοί που εγκατελείφθησαν από τον στρατό και την διοίκηση, εξηναγκάσθησαν να δημιουργήσουν πολιτοφυλακές, ειδικώς στην περιοχή των Μόσσι, όπου ηυξήθη περαιτέρω η εθνοφυλετική ένταση, προωθηθείσα από τους τζιχαντιστές. Οι τελευταίοι εκμεταλλεύονται τις τοπικές διεκδικήσεις με συγκεκριμμένη σκοπιμότητα και εξαιρετική δεξιότητα. Έτσι, στην ανατολική Μπουρκίνα Φάσο, θέλουν να επωφεληθούν από τους εκεί τεραστίους φυσικούς πόρους, (από τους οποίους εξεδιώχθησαν οι χωρικοί), οπότε να επωφελούνται αποκλειστικώς οι τζιχαντιστές από την πλουσιωτάτη θηρά και την εξόρυξη του αφθόνου χρυσού. 

Όσον αφορά στον στρατό, αυτός δεν εστάθη ικανός να ανακάμψει μετά από την πτώση του Μπλεζ Κομπαορέ που εσημειώθη το 2014. Το 2019, οι στρατιωτικές απώλειες ήσαν ολοέν και σημαντικότερες, η δε κατάσταση εκινδύνευσε να εκφύγει από κάθε έλεγχο στην εδαφική περιφέρεια των Μόσσι.  

[Καθώς η ιστορία του λαού των Μόσσι ετηρήθη μόνον από την προφορική παράδοση, είναι αδύνατον να καθορισθούν οι ακριβείς ημερομηνίες της για την περίοδο προ του λευκού αποικισμού. Παρ' όλα αυτά, οι ιστορικοί θέτουν την αρχήν της συγκροτήσεως των Μόσσι ως κυριάρχου κράτους στον 15ον αιώνα. Οι Μόσσι κατάφεραν να κατακτήσουν τεράστιες εκτάσεις εδάφους χάρη στην εκ μέρους τους χρήση ιππικού(!), εδημιούργησαν δε μιαν ευημερούσα αυτοκρατορία και διετήρησαν την ειρήνη στην περιοχή, μέχρις των αρχών της αποικιοκρατίας. Η επέκταση της αυτοκρατορίας των Μόσσι εσταμάτησεν τον 19ον αιώνα με την έναρξη εντόνου αποικισμού από τους Γάλλους. Το 1896 ο αυτοκράτωρ τους εδέχθη την γαλλική «προστασία» και η χώρα τους κατέστη γαλλικό Προτεκτοράτο.

Παρ’ όλον που δεν ανεγνωρίσθη ευρύτερον, οι Μόσσι διεδραμάτισαν βασικόν ρόλο στον στρατό της Γαλλίας κατά την διάρκεια του Β' Μεγάλου Πολέμου. Απετέλουν το μεγαλύτερον μέρος στα στρατεύματα της Γαλλικής Δυτικής Αφρικής, γνωστά γαλλιστί ως «Σενεγαλέζοι Τυφεκιοφόροι» - Tirailleurs Sénégalais, δράστες κτηνωδών βιαιοτήτων κατά των αυτοχθόνων ευρωπαϊκών πληθυσμών (ιδίως στην Ιταλία), κατά την εισβολή τους στην Ευρώπη.]

Συνοψίζουμε εν πολλοίς τα μέχρις τώρα παρουσιασθέντα πολυσυλλεκτικά δεδομένα περί το σύγχρονο δρώμενο του ισλαμικού τζιχαντισμού στην «σαχελιανή πυριτιδαποθήκη» και πριν συνεχίσουμε την περαιτέρω χρονολογική του καταγραφή και εθνοφυλετική ταυτοποίηση, επισημαίνουμε τρεις ουσιώδεις διαπιστώσεις :

Η Αλ Κάϊντα και οι θυγατρικές οργανώσεις του Ισλαμικού Κράτους ήδη συνεργάζονται ποικιλοτρόπως στο Σαχέλ, συγκροτούσες μιαν ιδιάζουσα συναγωνιστική «νέα τάση» σε ένα συνεχώς επιδεινούμενο περιβάλλον ασφαλείας, η κατάσταση του οποίου επηρρεάζει εμμέσως αλλά ισχυρώς την Ήπειρό μας. 

Η περαιτέρω συνεργασία τους θα αυξήσει προφανώς εντονότερον την πίεση στις κυβερνήσεις της σαχελιανής ζώνης, αλλά έως τούδε δεν καταδεικνύει μία σαφή στρατηγικού επιπέδου προσέγγιση μεταξύ της Αλ Κάϊντα και του Ισλαμικού Κράτους. 

Οι ενέργειες που εξεδήλωσαν αυτές οι συνεργαζόμενες μαχητικές ομάδες θα διαμορφώσουν τις εγγύς μέλλουσες περιφερειακές στρατηγικές της Γαλλίας, των Ηνωμένων Πολιτειών και άλλων εξωτερικών διεθνών παικτών του γεωπολιτικού παιγνίου της Αφρικής. 


Aθανάσιος Κωνσταντίνου


© Copyright 2019-2O21 - A.Konstantinou - All Rights Reserved