Η παγκόσμια γοητεία του Εθνικισμού δεν θα τελειώσει με την θητεία του Τραμπ

Η προεδρία του Ντόναλντ Τραμπ άφησε ένα ανεξίτηλο σημάδι στην παγκόσμια μεταψυχροπολεμική πολιτική.

Είναι γεγονός ότι κατά τα τελευταία τέσσερα χρόνια, πολιτικοί ηγέτες σε όλο τον κόσμο έχουν μιμηθεί την ρητορική, το κυβερνητικό ύφος και τις ποικίλες πολιτικές του Τραμπ, που κυμαίνονται από εκκλήσεις για την αποκατάσταση κάποιου «χαμένου» εθνικού μεγαλείου και την κριτική των συνήθων καθεστωτικών πολιτικών, έως τις αυστηρές και δυναμικές θέσεις σε θέματα νόμου και τάξεως και τις «παραεθνικιστικές» προσεγγίσεις της μεταναστεύσεως και του εμπορίου.

Κάποιοι από τους πραναφερομένους ηγέτες το έκαναν για εκλογικούς σκοπούς καθώς είδαν την πολιτική στρατηγική του Τραμπ ως έναν πρόσφορο τρόπο για να κερδίσουν ψήφους, ενώ άλλοι υπεστήριξαν τον πρόεδρο των ΗΠΑ για να επωφεληθούν από την σκοπουμένη στενή τους σχέση με τον Λευκό Οίκο της κυριαρχίας του. 

Πολλοί ήσαν κάπου ανάμεσα σε αυτές τις δύο στάσεις, συνδυάζοντας ορισμένες τακτικές κινήσεις με μια πραγματική ιδεολογική συγγένεια με τον Πρόεδρο Τραμπ.

Όμως, ενώ η θητεία του Τραμπ ετελείωσε, ο εθνικισμός και ο λαϊκισμός θα παραμείνουν στην σύγχρονη παγκόσμια πολιτική ως ζωντανές και ζωηρές επιδραστικές δυνάμεις, τουλάχιστον για το άμεσο μέλλον, καθώς οι κοινωνικοοικονομικές δυνάμεις που τροφοδοτούν τέτοιες ιδεολογίες [συμπεριλαμβανομένης της εισοδηματικής ανισότητος, του φόβου για τον αντίκτυπο της παγκοσμιοποιήσεως στις θέσεις εργασίας και την εθνική ταυτότητα, τις ραγδαίες δημογραφικές αλλαγές και την αυξανομένη λαϊκή δυσαρέσκεια με το παραδοσιακό οικονομικοπολιτικό κατεστημένο, το πολύμορφο Καθεστώς] είναι έτοιμες να αναπτυχθούν περαιτέρω, τόσο στις Ηνωμένες Πολιτείες όσο και αλλού παγκοσμίως, μηδέ εξαιρουμένης της Ευρώπης (ιδίως στην οικονομική και γεωγραφική της περιφέρεια). 

Εάν κάποιος εξετάσει προσεκτικά και εις βάθος τις συμπεριφορές των κρατικών ηγετών θα διαπιστώσει πως υπήρχαν σαφή ίχνη ρητορικής τύπου Τραμπ στις εκκλήσεις του πρωθυπουργού της Βρετανίας Μπόρις Τζόνσον προς τους Βρετανούς συμπολίτες του να «ανακτήσουν τον έλεγχο» του Ηνωμένου Βασιλείου μετά το Brexit, ενώ το κυβερνών «Κόμμα Νόμου και Δικαιοσύνης» στην Πολωνία συνεφώνησε συχνά με τις απόψεις της κυβερνήσεως Τραμπ για ποικίλα κοινωνικά θέματα, για την εθνική κυριαρχία και την μετανάστευση. 

Η επιθετική ρητορική και οι επιθέσεις κατά των ΜΜΕ του πρωθυπουργού του Ισραήλ Μπέντζαμιν Νετανιάχου ήσαν παρόμοιες με αυτές του Τραμπ, ενώ η αυστηροτάτη στάση του Προέδρου της Βραζιλίας Ζαΐρ Μεσίας Μπολσονάρου ενάντια στο έγκλημα ήταν εγγύτατα προς εκείνην του Προέδρου των ΗΠΑ. Εν τω μεταξύ, τα κόμματα της δεξιάς αντιπολιτεύσεως σε ολόκληρο τον κόσμο, συμπεριλαμβανομένων της Λέγκας της Ιταλίας και του Εθνικού Συναγερμού της Γαλλίας, έχουν επίσης επαινέσει συχνότατα τον Τραμπ και υπεσχέθησαν να υιοθετήσουν με αυτόν παρόμοιες πολιτικές εάν ανελάμβαναν την εξουσία. 

Πολλοί από αυτούς τους ηγέτες επωφελήθηκαν από τους «καλούς δεσμούς» τους με τον Λευκό Οίκο επί Τραμπ. 

Ο Τζόνσον χρησιμοποίησε την ευθυγράμμισή του με τον Τραμπ για να στείλει στους ψηφοφόρους του Ηνωμένου Βασιλείου το μήνυμα ότι οι Ηνωμένες Πολιτείες υπεστήριζαν την Βρετανία κατά τη διάρκεια των τεταμένων διαπραγματεύσεων για το ελεύθερο εμπόριο με την Ευρωπαϊκή Ένωση (ακόμα και όταν ο Τζόνσον κατέληξε να υπογράψει συμφωνία με το ευρωπαϊκό συγκρότημα).

Η Πολωνία διετήρησε στενούς δεσμούς με τον Τραμπ και τους χρησιμοποίησε ως τρόπον επιτεύξεως του μακροχρόνιου στόχου της, δηλαδή να εξασφαλίσει μεγαλυτέρα παρουσία αμερικανικών στρατευμάτων στη χώρα. 

Η αναγνώριση από την κυβέρνηση Τραμπ της Ιερουσαλήμ ως πρωτευούσης του Ισραήλ και το σημαντικότερο, η απόσυρσή της από την πυρηνική συμφωνία του Ιράν, ήσαν δύο σημαντικές πολιτικές νίκες για τον Νετανιάχου. 

Ο Μπολσονάρου από την πλευρά του, χρησιμοποίησε την αρχική δημόσια ρητορική του Τραμπ γύρω από την COVID-19, για να επικυρώσει την δική του παροχή προτεραιότητος στη διατήρηση της ανοικτής οικονομίας ενώ υπεβάθμιζε την σοβαρότητα της πανδημίας. 

Εν τω μεταξύ, η προσωπική σχέση του Τραμπ με αμφιλεγόμενους ηγέτες, όπως οι Πρόεδροι Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογκάν της Τουρκίας και Αμπντέλ Φατάχ αλ-Σίσι της Αιγύπτου, παρείχε και στους δύο τους πολιτική υποστήριξη από τον Λευκό Οίκο, τουλάχιστον επ΄ολίγον. 

Στους αμέσως επομένους μήνες, οι διάφοροι λαϊκιστές, εθνικοπατριώτες και εθνικιστές ηγέτες πιθανότατα θα γίνουν πιο «ρεαλιστές» στις συμπεριφορές τους και, σε ορισμένες περιπτώσεις, θα μειώσουν τα «μεθοριακά» εξτρεμιστικά χαρακτηριστικά στοιχεία των πολιτικών τους για να αποφύγουν την ένταση με τη νέα κυβέρνηση του καθεστωτικού νεοφιλελευθέρου προέδρου Τζόε Μπάϊντεν (ενδεχομένως δε και για να αποφύγουν προκαλέσουν αμερικανικές κυρώσεις ή και να επισύρουν άλλα μέτρα τιμωρίας από τις ΗΠΑ «υπό νέα Διεύθυνση»). 

Πράγματι, αυτή η αλλαγή άρχισε ήδη από τις τελευταίες εβδομάδες της διοικήσεως του Τραμπ : Η «εισβολή» του Καπιτωλίου των ΗΠΑ από υποστηρικτές του Τραμπ στις 6 Ιανουαρίου ανάγκασε τους περισσοτέρους θαυμαστές του στο εξωτερικό να «αποστασιοποιηθούν» ποικιλοτρόπως από τον Τραμπ. 

Αυτό συνέβη και για εγχώριους εσωτερικούς πολιτικούς λόγους (καθώς όφειλαν να δείξουν πως κατανοούν πλήρως τους ψηφοφόρους τους, απογοητευμένους από τις εικόνες από τις Ηνωμένες Πολιτείες που κατέκλυζαν τα ΜΜΕ), αλλά και για υπολογισμούς εξωτερικής πολιτικής (ώστε να διατηρήσουν τους διαύλους επικοινωνίας με την «εισερχομένη» στο παίγνιο κυβέρνηση Μπάϊντεν ανοικτούς για συνεργασία).

Βεβαίως οι ποικίλες παραλλαγές των εθνικιστικών, πατριωτικών και λαϊκιστικών ιδεολογιών δεν γεννήθηκαν με τον Τραμπ και δεν θα τελειώσουν με την προεδρία του. 

Συνεπώς αυτή η αλλαγή συμπεριφοράς πιθανότατα θα είναι απλώς τακτική και μόνον μερική.

Ενώ ο Μπάϊντεν μπορεί να είναι ένας «φωνακλάς» κριτικός των λαϊκιστικών και αυταρχικών καθεστώτων (σε σύγκριση με τον προκάτοχό του), προφανώς τα συμφέροντα των ΗΠΑ και όχι η ιδεολογία θα κυριαρχήσουν στις σχέσεις της νέας κυβερνήσεως του με τέτοιες κυβερνήσεις.

Η Ουάσιγκτον θα διατηρήσει σχέσεις με τους στρατηγικούς της συμμάχους, ανεξαρτήτως της ιδεολογίας των ηγετών τους. Φυσικά το ίδιο θα ισχύσει για τις εθνικιστικές και λαϊκιστικές κυβερνήσεις που διατηρούν σχέσεις με τις Ηνωμένες Πολιτείες. 

Οι χώρες της Κεντρικής και Ανατολικής Ευρώπης θα συνεχίσουν να βλέπουν τον Λευκό Οίκο ως τον «απόλυτο εγγυητή» κατά της ρωσικής επιθετικότητος, πράγμα που σημαίνει ότι θα επιδιώξουν την ευθυγράμμιση με την Ουάσιγκτον ανεξάρτητα από το ποιος είναι ο υπεύθυνος διαχειριστής της ισχύος της.

Οι σύμμαχοι των ΗΠΑ στην περιοχή της Ασίας και του Ειρηνικού θα εξακολουθήσουν να προσβλέπουν στον Λευκό Οίκο για διαβεβαιώσεις και στήριξη ενάντια στην άνοδο της Κίνας, ενώ η συνεργασία με τις Ηνωμένες Πολιτείες θα παραμείνει ο κυρίαρχος πυλώνας της εξωτερικής πολιτικής τόσο του Ισραήλ όσο και του Ηνωμένου Βασιλείου.

Είναι λοιπόν απίθανο το τέλος της θητείας του Τραμπ στις Ηνωμένες Πολιτείες να μεταφρασθεί και σε τέλος των παγκοσμίων εθνικιστικών – πατριωτικών - λαϊκιστικών ιδεολογιών, για έναν θεμελιώδη λόγο: Όλοι οι κοινωνικοοικονομικοί παράγοντες που έχουν προωθήσει την δημοτικότητα τέτοιων πεποιθήσεων παραμένουν διαδεδομένοι όσο ποτέ. 

Στην πραγματικότητα, η βαθύτατη οικονομική κρίση που δημιουργήθηκε από την πανδημία της COVID-19 μόνο θα επιδεινώσει την ανεργία, την κοινωνική ανισότητα και, σε ορισμένες περιπτώσεις, τον θυμό ενάντια στο πολιτικοοικονομικό κατεστημένο.

Αυτό το παγκοσμιοποιημένο Καθεστώς που με την απαθή ή απάνθρωπη αδιαφορία και απραξία του προς τους Λαούς, είναι ο παράγων που εδημιούργησε το γόνιμο έδαφος για το είδος της ρητορικής και της πολιτικής που εξετόξευσε στην εξουσία τον Τραμπ και προώθησε διαφόρους εθνικοπατριώτες ηγέτες κατά την τελευταία δεκαετία. 

Αυτό σημαίνει ότι η αφήγηση που ισχυρίζεται πως οι κυβερνήσεις δεν κάνουν αρκετά ώστε να προστατεύσουν τις εγχώριες θέσεις εργασίας [και ότι η αντίσταση στην παγκοσμιοποίηση και οι «εμπορικοί πόλεμοι» αποτελούν τον καλύτερο τρόπο για να κερδίσουν τον αγώνα ενάντια σε ανταγωνιστικές οικονομίες, σε πολυεθνικές εταιρείες και στην περίπτωση των κρατών της ΕΕ, εναντίον υπερεθνικών θεσμών], αυτή η «πολεμική» και διεκδικητική αφήγηση είναι ζωντανή και παρούσα, είναι εδώ για να μείνει και θα συνεχίσει να διαμορφώνει την παγκόσμια πολιτική για το ορατό μέλλον.

Το ίδιο μπορεί να ειπωθεί και για την αντικαθεστωτική ιδεολογία που αναπτύσσεται παρά τις διώξεις και κατηγορεί τις εξωνημένες εθνικές και διεθνείς ελίτ (συμπεριλαμβανομένων πολιτικών, διεθνών οργανισμών και μέσων μαζικής ενημερώσεως) για την πραγματική (ή και υποτιθεμένη) εθνική παρακμή. 

Συνεπώς με την μία ή την άλλη μορφή θα συνεχίσει να υφίσταται και να λειτουργεί η εύλογη ρητορική που συνδέει ψύχραιμα και τεκμηριωμένα την μετανάστευση με την κοινωνική αποτελμάτωση, το έγκλημα και την τρομοκρατία. Άρα και τα Καθεστώτα σε όλες τις χώρες θα προσπαθήσουν «πάση δυνάμει» και παντοιοτρόπως, να ελέγξουν τις εθνικιστικές αντιστάσεις είτε με εξοντωτικούς διωγμούς, είτε με διήθηση και νόθευσή τους από κυβερνητικούς πράκτορες, είτε με σκόπιμη συγχυτική ιδεολογική κριτική πολυφωνία.

Οι πατριωτικές - λαϊκιστικές και εθνικιστικές δυνάμεις υπήρξαν αιτίες αναστατώσεως του Συστήματος για τις χώρες όπου εμφανίστηκαν. Στην Δυτική Ευρώπη, οδήγησαν σε πιο κατακερματισμένα πολιτικά συστήματα, αμφισβητώντας έμπρακτα την υπεροχή των παραδοσιακών κομμάτων, με αποτέλεσμα να εμφανισθούν κατόπιν πιο εύθραυστες κυβερνήσεις ή μεγαλόστομες ψευδοδημοκρατικές κυβερνήσεις που κατέληξαν σε σωρεία ψεμμάτων και ανεδαφικών υποσχέσεων, ενώ επήλθε και μια πλέον περίπλοκη και μακροτέρα, τρωτή διαδικασία χαράξεως πολιτικής. 

Εν τω μεταξύ η Ανατολική Ευρώπη βιώνει την άνοδο κυβερνήσεων που ήδη ερμηνεύουν μέσα από εθνικό πρίσμα τα περί «κράτους δικαίου», περιθωριοποιούν ευσχήμως τις μειονότητες και αυξάνουν την πίεσή τους στα παλαιότερον ανεξέλεκτα κρίσιμα μέσα ενημερώσεως. 

Στις Ηνωμένες Πολιτείες, το ιδιότυπο σχήμα λαϊκισμού του Τραμπ έχει εμβαθύνει επιτυχώς τις κοινωνικές και πολιτικές διαιρέσεις, με τρόπους που μπορεί να χρειαστούν δεκαετίες για να «επιδιορθωθούν» συμφώνως προς την καθεστωτική λογική.

Επίσης κατά τα επόμενα χρόνια, αυτό το δυναμικώς μεταβαλλόμενο και ρέον πολιτικό κλίμα θα συνεχίσει να εξαναγκάζει τους ηγέτες των ισχυρών και κομβικών κεντρώων κομμάτων παγκοσμίως να κινούνται είτε προς τα «δεξιά» είτε προς τα «αριστερά», ώστε να προσελκύσουν ψηφοφόρους σε ένα ολοένα και πιο πολωμένο εκλογικό σώμα. Αυτή η διαδικασία, προφανώς θα καθιστά την επίτευξη οιασδήποτε πολιτικής και κοινωνικής συναινέσως ολοέν και δυσκολοτέρα. 

Παρά το γεγονός ότι, οι περισσότερες πολιτικές και πολιτικές που σχετίζονται με την κυβέρνηση Τραμπ απεκλήθησαν συλλήβδην «Τραμπισμός», δεν γεννήθηκαν μαζί του και επ’ ουδενί λόγω θα τελειώσουν με την προεδρία του. 

Πράγματι, πολλοί από τους ιδεολογικούς συγγενείς ή αναλόγους «συναδέλφους» του Τραμπ ήσαν στην εξουσία ή ηγούντο του πολιτικού παιγνίου των χωρών τους πολύ πριν εκλεγεί αυτός, πιθανότατα δε θα συνεχίσουν επί αρκετά χρόνια.

Και είναι επίσης βέβαιον ότι πολλοί άλλοι θα ακολουθήσουν τα βήματά του στο μέλλον.

Α. Κωνσταντίνου



© Copyright 2019-2O21 - A.Konstantinou - All Rights Reserved