Οι ΗΠΑ σύγχρονο “αντίτυπο” της Αυτοκρατορικής Ρώμης και το ΝΑΤΟ ομοίωμα των Λατίνων Συμμάχων της

--------------------

«Ένα ισχυρό ΝΑΤΟ δεν είναι σημαντικό μόνο για την Ευρώπη, αλλά είναι επίσης κρίσιμο για τα αμερικανικά συμφέροντα ασφαλείας. Οι Ηνωμένες Πολιτείες δεν θα μπορέσουν να επιδιώξουν με επιτυχία την εσωτερική τους ανανέωση χωρίς ειρήνη και σταθερότητα στην Ευρώπη, μια περιοχή στην οποία το γεωπολιτικό μερίδιο των ΗΠΑ παραμένει υψίστης σημασίας. Ακόμα και χωρίς την Ρωσία, η Ευρώπη ενσωματώνει την μεγαλύτερη συλλογή στρατιωτικής δύναμης και δυναμικού. Είναι επίσης ένας σημαντικός γεωγραφικός, στρατηγικός και υλικοτεχνικός δεσμός με τις περιοχές της Μέσης Ανατολής και του Περσικού Κόλπου. Τα μέλη του ΝΑΤΟ, συμπεριλαμβανομένων των Ηνωμένων Πολιτειών, κατέχουν έξι από τις επτά έδρες των G7, αποτελούν 16 από 22 μέλη του ΔΝΤ και κατέχουν τρεις από τις πέντε μόνιμες έδρες στα Ηνωμένα Έθνη.»

Μάνφρεντ Βέρνερ (Manfred Wörner) Γενικός Γραμματεύςτου NATO (1993) 

-------------------

Η μετάβαση της Πατρίδος μας, από την βρετανική, στην αμερικανική σφαίρα γεωπολιτικής επιρροής μετά το πέρας του Δευτέρου Μεγάλου Πολέμου, η σταδιακή ενσωμάτωσή της μέσα σε ευρείς ευρωατλαντικούς πολιτικούς, οικονομικούς και στρατιωτικούς θεσμούς, η επιβολή του Μαρξισμού-Λενινισμού στην Ρωσία (δηλαδή στον ορθόδοξο χριστιανικό, ιστορικό κληρονόμο του Βυζαντίου) καθώς και οι αδήριτες γεωπολιτικές και πνευματικές συνθήκες του «Ψυχρού Πολέμου» δεν επέτρεψαν στον αυθεντικό «Γ’ Ελληνικό Πολιτισμό» (δραστικό πλαστικό κράμα κλασικού και χριστιανικού) να κυριαρχήσει στο προσκήνιο του Νεοελληνικού Κράτους, ήτοι στον δημόσιο βίο και στους θεσμούς του. Έτσι το νεότερο εθνικό κράτος μας παρέμεινε σε κατάσταση οικονομικού, στρατιωτικού, πολιτικού, καθώς και, (εν πολλοίς) πολιτιστικού «προτεκτοράτου» της φερ’ ειπείν «Δύσεως». 

Κατά την περίοδο του Ψυχρού Πολέμου, το ελληνικό στρατηγικό περιβάλλον ήταν εξόχως απλούστερο, καθότι πρωτίστως επεσκιάζετο από την παγκόσμιο αντιπαράθεση μεταξύ δύο μειζόνων ιδεολογικοπολιτικών στρατοπέδων : Του «ανατολικού» σοβιετοκομμουνιστικού και του «δυτικού» αστικοφιλελευθέρου. Εντός του πολυσυνθέτου και πολυεπιπέδου πλαισίου του ψυχροπολεμικού συστήματος, η ένταξη της Ελλάδος στο δυτικό στρατόπεδο εσήμανε ότι αυτή ευρίσκετο γεωστρατηγικώς σε μιαν άβουλο και αδρανειακή πορεία, προκαθορισμένη από τους ευρωατλαντικούς θεσμούς (δηλαδή από την τότε ΕΟΚ -πρόδρομο της Ευρωπαϊκής Ενώσεως- και από το NATO), συνεπώς και η όποια «ελληνική» εξωτερική πολιτική, είχε «έξωθεν και άνωθεν» προκαθορισμένη στρατηγική και διέθετε μόνον τοπικώς ένα ολίγιστον εύρος τακτικών κινήσεων (όπως επί παραδείγματι στο πλαίσιο του νοητού γεωγραφικού τριγώνου Ελλάς-Κύπρος-Τουρκία). Μάλιστα, δεδομένου ότι κατά την ψυχροπολεμική περίοδο η κομβική παγκόσμιος αντιπαράθεση ήταν ιδεολογικοπολιτική και όχι ευρύτερον πολιτιστική, η Ελλάς ημπορούσε να βιώνει στοιχειωδώς την ιδιοπροσωπία της και να πραγματώνει την πολιτιστική της ιδιαιτερότητα, (παρ’ ότι γεωστρατηγικώς και ιδεολογικοπολιτικώς ανήκε στο «δυτικό στρατόπεδο», δηλαδή σε έναν εν πολλοίς αλλότριον προς αυτήν χώρο). 

Ο πολύς Σαμουήλ Χάντινγκτον, στο περιβόητον άρθρον του με τίτλον «The Clash of Civilizations?», το οποίον εδημοσιεύθη στο λίαν έγκριτο διεθνοπολιτικό περιοδικό «Foreign Affairs», (τεύχος θέρους 1993, σελίδες 22-49), υπήρξεν εξόχως σαφής, γράφων: «Εάν οι Ρώσοι, εφ’ όσον δεν συμπεριφέρονται πλέον σαν κομμουνιστές, απορρίψουν το μοντέλο της φιλελεύθερης δημοκρατίας και αρχίσουν να συμπεριφέρονται ως Ρώσοι και όχι ως μέλη της Δύσης, η σχέση μεταξύ της Ρωσίας και της Δύσης θα μπορούσε και πάλι να γίνει απόμακρη και έντονα συγκρουσιακή…Το βελούδινο παραπέτασμα της κουλτούρας έχει αντικαταστήσει το σιδηρούν παραπέτασμα της ιδεολογίας, ως η κρίσιμη διαχωριστική γραμμή στην Ευρώπη….Όπως δείχνουν τα γεγονότα στην Γιουγκοσλαβία, δεν είναι μόνο μια διαχωριστική γραμμή διαφοράς. Είναι επίσης, κατά καιρούς, μια γραμμή αιματηρών συγκρούσεων.» Επίσης έγραφε προφητικώς ότι : «Το τέλος της Σοβιετικής Ένωσης δίνει στην Τουρκία την ευκαιρία να γίνει ηγέτης ενός αναβιωμένου τουρκικού πολιτισμού, που περιλαμβάνει επτά χώρες από τα σύνορα της Ελλάδος μέχρι εκείνα της Κίνας. Ενθαρρυμένη από την Δύση, η Τουρκία καταβάλλει έντονες προσπάθειες για να χαράξει αυτή την νέα ταυτότητα.» 

[Στις ημέρες μας είναι πλέον κοινός τόπος ότι συνεχώς η Τουρκία εξάγει μεθοδικώς στο εξωτερικό την εσωτερική, διαρκώς τροποποιουμένη και ακατάπαυστο κρίση της. Ιδεολογικοπολιτικές προβολές αυτής της επί τα έξω «προβλητικής θεραπείας» της Αγκύρας είναι ο Παντουρανισμός και ο Παντουρκισμός. Και ο μεν Παντουρανισμος, (ήτοι η ευκταία ένωση όλων των λαών οι οποίοι ομιλούν γλώσσες ανήκουσες στην ευρυτέρα ουραλοαλταϊκή γλωσική οικογένεια), παρέμεινε στις ιδεολογικοφιλοσοφικές και κοσμοθεωρητικές συζητήσεις ακαδημαϊκού τύπου αναζητήσεων, αλλά ο χρηστικότερος ιδεολογικοπολιτικός Παντουρκισμός εχρησιμοποιήθη κατά κόρον από την τουρκική πολιτική. 

Ο Παντουρκισμός υπήρξε ο επιτυχής πυρήν της ιδεολογίας των «Νεοτούρκων» στις αρχές και στα μέσα του 20ου αιώνος, ενώ επανεμφανίσθη και πάλι στα τέλη της δεκαετίας του 1980 με τον δαιμόνιο Τουργκούτ Οζάλ (Halil Turgut Özal, 1927 –1993), ο οποίος ανέλαβε πρωθυπουργός και πρόεδρος της Τουρκίας. Ο Οζάλ ανέφερε χαρακτηριστικώς: «Ο τουρκικός κόσμος τον 21ον αιώνα θα κυριαρχήσει στη ζώνη που εκτείνεται από την Αδριατική μέχρι το Σινικό Τείχος και θα καταστεί κυρίαρχη δύναμη στον πλανήτη». Μάλιστα η παντουρκική διάσταση της πολιτικής του εξεδηλώθη απροκαλύπτως στην πράξη, με την συμμετοχή της Τουρκίας στον πόλεμο του Αρτσάκχ / Ναγκόρνο-Καραμπάχ (1988 – 1994) μεταξύ Αρμενίων και Αζέρων, στο πλευρό των τελευταίων. Τότε η Εθνοσυνέλευση της Δημοκρατίας του Αρτσάκχ εψήφισε την ένωση με την μητέρα – Αρμενία. Ηκολούθησε αιματηρός πόλεμος με συνέπεια η κάθε πλευρά να κατηγορεί την άλλη για μεθοδευμένες εθνοκαθάρσεις. Λίαν προσφάτως η ερντογκανική Τουρκία επανήλθε με πολύτροπο ανοικτή υποστήριξη των «τουρκογενών» Αζέρων αδελφών της στον νέο πόλεμο του Ναγκόρνο-Καραμπάχ, όπου οι Αζέροι κατενίκησαν τους Αρμενίους.] 

Από την λήξη του Ψυχρού Πολέμου και ένθεν, το ελληνικό στρατηγικό περιβάλλον κατέστη ολοέν και πολυπλοκότερο, χαρακτηρίζεται δε από πολυποίκιλα και πολυσύνθετα ζητήματα ασφαλείας, (ολιγότερον ή περισσότερον σοβαρά), αρκετά των οποίων διαπερνούν τους γεωπολιτικούς και γεωοικονομικούς χώρους της Ευρώπης, της Ευρασίας και της Μέσης Ανατολής, αναδεικνύοντα τον ρόλο της Ελλάδος ως δυνητικού κρισίμου παράγοντος «διαπεριφερειακής» φύσεως. 

Η μεταψυχροπολεμική περίοδος κατέστησε εξ αρχής πρόδηλον ότι η Νότιος Ευρώπη και η Μεσόγειος ουδόλως αποτελούν μία γεωπολιτικώς περιθωριακή περιοχή, αλλά τουναντίον αποτελούν ευρύτατο θέατρο εντονοτάτων γεωπολιτικών και γεωοικονομικών ανταγωνισμών, λίαν σημαντικών πολιτιστικών αντιπαραθέσεων, καθώς και ενδεχομένων πολυμόρφων πολεμικών επιχειρήσεων. Το γεγονός κατέστη σαφέστατο και ανεδείχθη από τις αλληλοδιάδοχες κρίσεις στην «βαλκανική πυριτιδαποθήκη» (διάλυση και κατακερματισμός της πρώην Γιουγκοσλαβίας, ανεξαρτητοποίηση του Κοσόβου, ζήτημα της Βόρειας ψευδο«Μακεδονίας» – FYROM, ποικίλα υφέρποντα πραγματικά ή τεχνητά εθνοτικά μειονοτικά προβλήματα), καθώς και στην ευρυτέρα Μέση Ανατολή–Κεντρική Ασία (Ιράκ, «Αραβική Άνοιξη», Κυπριακό ζήτημα, Κουρδικό ζήτημα, Ιρανο-Σαουδική αντιπαράθεση, Αφγανιστάν). 

Επιπλέον, οι νυν εξελισσόμενες στρατηγικές της Ευρωπαϊκής Ενώσεως και του NATO αποτυπώνουν εμπράκτως την διεγερτική ανησυχία και το έντονο ενδιαφέρον της «ελίτ» της «Ευρωατλαντικής Ζώνης» για την διασφάλιση της κυριαρχίας της στα Βαλκάνια και στην Μέση Ανατολή. 

Ευρωατλαντική Ζώνη είναι η συνδυασμένη γεωγραφική επικράτεια και οι περιοχές που ελέγχονται από όλα τα μέλη της ΕΕ και του ΝΑΤΟ. Είναι η περιοχή του πλανήτη μας, όπου ο Ατλαντισμός έχει εξασφαλίσει την ακλόνητο ισχυρά πρόσφυσή του στα πολιτικά και οικονομικά συστήματα, καθώς και στα συστήματα ασφαλείας. Συνεκροτήθη μετά τον Δεύτερο Μεγάλο Πόλεμο, με στόχον την δημιουργία μιας μονίμου συνδετικής «γεφύρας» μεταξύ των ανατολικών και δυτικών ακτών του Ατλαντικού, καθώς και ενός εφαλτηρίου μόνιμης εμπλοκής των ΗΠΑ στις υποθέσεις των Ευρωπαίων. 

Ο αγγλοαμερικανικός και γαλλογερμανικός κλάδος του ΝΑΤΟ είναι οι κυρίαρχες δυνάμεις της Ευρω-Ατλαντικής Ζώνης, όπου βεβαίως οι ΗΠΑ είναι το αναμφισβήτητο κυρίαρχο κράτος. Η επιρροή των ΗΠΑ είναι πρωταρχικής σημασίας και στις δύο πλευρές του Ατλαντικού Ωκεανού, ενώ (έως τούδε) η συλλογική επιρροή του Ηνωμένου Βασιλείου, της Γαλλίας και της Γερμανίας στην δυτική πλευρά του Ατλαντικού δεν αποτελεί κάποια σημαντική πρόκληση για τις ΗΠΑ. Όλη η ευρωατλαντική αρχιτεκτονική δεν επηρεάζεται απλώς από την Ουάσινγκτον, αλλά διακυβερνάται πρωτίστως από την συμπεριφορά των ΗΠΑ. Αυτό το δρώμενο εγκλείει βεβαίως και την πολιτική της Ευρωπαϊκής Ενώσεως. Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή στις Βρυξέλλες όπως και το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο στην πράξη μοιράζονται με την Ουάσινγκτον την επιρροή που εξασκούν στην ΕΕ. 

Εάν η επιρροή και η επίδραση των ΗΠΑ εντός της Ευρω-Ατλαντικής Ζώνης είναι τέτοιου μεγέθους, ημπορεί να θεωρηθεί η εν λόγω περιοχή ως μια σύγχρονη «άτυπη αυτοκρατορία» που κατ’ ουσίαν ελέγχεται από τις ΗΠΑ; Ως επί το πλείστον, οι ενδεχόμενες συζητήσεις για μιαν «Αμερικανική Αυτοκρατορία» ή για τα κράτη που λειτουργούν ως αμερικανικοί δορυφόροι και εμμονικοί πελάτες της Ουάσινγκτον αποσκορακίζονται και αποθαρρύνονται παγίως στην όποια λαϊκή πολιτιστική ατζέντα της Βορείου Αμερικής, αλλά και από την καθεστωτική «ευρωατλαντική πολιτική» στις δύο ακτές του Ατλαντικού. 

 Όμως στην Δυτική Ευρώπη, πολλοί έχουν αποδεχθεί χωρίς καμίαν αντίσταση τον πρωταρχικό ρόλο των ΗΠΑ για τις υποθέσεις των κρατών τους, και δίδουν μικρά σημασία στο «ευρωατλανικό» ΝΑΤΟ, εκτός από το να το θεωρούν θεμέλιον της δομής ασφαλείας τους. Οι μεταπολεμικές ευρωπαϊκές κοινωνίες και οι πολιτικές τους ηγεσίες έχουν ανατραφεί και συγκροτηθεί με αυτό το χαρακτηριστικό ως συστατικό μέρος του κόσμου τους. Σε πολλές περιπτώσεις δεν αποτελεί για αυτές μόνον ένα καθ’ όλα «φυσιολογικό» μέρος του Καθεστώτος τους, αλλά συνάμα και τους είναι … αόρατο. Αυτός είναι ο λόγος για τον οποίον μετεξελίχθη (ως επί το πλείστον χωρίς αμφισβήτηση στο κοινωνικό επίπεδο των κρατών-μελών του ΝΑΤΟ) η συνεχιζομένη και μετά τον Ψυχρό Πόλεμο παράταση της Ατλαντικής Συμμαχίας, επιτρέπουσα στις ΗΠΑ να εδραιώσουν σιγά-σιγά την ομογενοποιητική τους επιρροή σε κάθε κράτος. 

Κατ΄ αυτήν την προσέγγιση λοιπόν, οι ΗΠΑ αισθάνονται ή και λειτουργούν ως μια «Αυτοκρατορία». Μόνον που όπως είπε με είρωνα διάθεση και χαρακτηριστική πολυεπίπεδο σημειολογία ο μεγάλος Γάλλος στοχαστής Αλαίν ντε Μπενουά «…. οι ΗΠΑ δεν είναι η σύγχρονη Ρώμη, αλλά η σύγχρονη Καρχηδών. Αλλιώς θα χαιρόμασταν να είμαστε οι μισθοφόροι της !»

Α. Κωνσταντίνου

© Copyright 2019-2O21 - A.Konstantinou - All Rights Reserved