ΑΝΑΛΕΚΤΑ (1)

Από τα τέλη του 19ου αιώνα, η αναζήτηση της «Εθνικής Αυτογνωσίας» έχει στοιχειωδώς διακανονισθεί. Μέσα από το έργο δύο σπουδαίων επιστημόνων των Εθνικών Ιστοριογράφων, των τιμητικώς αποκαλουμένων «Διοσκούρων», Κωνσταντίνου Παπαρρηγόπουλου και Σπυρίδωνος Ζαμπέλιου, το Εθνικό Όραμα, το Εθνικό Παρελθόν, καθώς και η Εθνική Παράδοση φαίνονται πως είναι πλέον σαφώς δεδομένα και δεν προκαλούν συγκλονιστικές πνευματικές αναταράξεις, παρά μόνο τις λυσσαλέες επιθέσεις των ποικολοχρώμων μισελλήνων, εθνομηδενιστών και εθνοαπόδομητών.

Τώρα, στον 21ο αιώνα, βαραίνει ιδιαίτερα και η αναζήτηση της προσήκουσας στάσης μας απέναντι στην σύγχρονη «Ευρώπη»: Στα πλαίσια της αναζήτησης του Νέου «Εθνικού Οράματος» γιά το Μέλλον, καθώς στις ημέρες μας απαιτείται ιδιαίτερα έντονη προσπάθεια για την ανασυγκρότηση του Εθνικού Λόγου, τίθεται συνάμα και το πολύπλευρο ζήτημα των περαιτέρω σχέσεών μας με την Ευρώπη, με την σημερινή «Δύση».

Ο Β’ Μεγάλος Πόλεμος καθόρισε με την έκβασή του το διπολικό πλαίσιο αντιπαράθεσης ανάμεσα στους δύο κόσμους, Σοσιαλκομμουνιστικό και Αστοφιλελεύθερο. Αυτή η αντιπαράθεση ονομάστηκε «Ψυχρός Πόλεμος». Το δίπολο αυτό κατέρρευσε το 1992 με την κατάρρευση της ΕΣΣΔ του ανύπαρκτου «υπαρκτού σοσιαλισμού». Έκτοτε βρισκόμαστε στην εξέλιξη του μεταψυχροπολεμικού κόσμου της Νέας Τάξης - Νέας Εποχής – Παγκοσμιοποίησης, με πυρήνα τους τις φιλοσιωνιστικές ΗΠΑ και εκδήλωση τον Οικουμενισμό – Αντιεθνικισμό – Αντιρατσισμό. Αυτά τα «εκτός Ελλάδος» διεθνή ιδεολογικοπολιτικά δρώμενα εξασκούν την ασφυκτική επίδρασή τους στην Πατρίδα μας, εφαρμοζόμενα από «δεξιούς» κι «αριστερούς», από καθεστωτικούς πράκτορες και παρακρατικούς βοηθούς τους.

Στην αναζήτηση ενός Νέου Εθνικού Λόγου από τους Εθνικιστές συμμετέχουν ποικίλης προέλευσης «αντιευρωπαϊστές» κατά της ΕΕ : Μία μερίδα αφορά σ’ εκείνους τους Εθνικιστές, επίμονους ρωμαντικούς αναζητητές της ευκταίας και συνάμα φαντασιώδους αυτοτέλειας του Ελληνισμού, που εξακολουθούν ν’ αντλούν επιχειρήματα από το φλογερό και ιδιόμορφα αντιδυτικό –«αντιφραγκικό» κήρυγμα του μεγαλόπνοου αυτόχειρα εθνεγέρτη Περικλή Γιαννόπουλου.

Εξ άλλου έως και τα τέλη της δεκαετίας του '20, αλλά και αργότερα, αυτή η άποψη δεν έπαψε ν΄ ακούγεται δριμεία κι ασυμβίβαστη γεμάτη κριτική κατά της εκφυλισμένης και εκφυλίζουσας, λυσσασμένα υλιστικής, άπληστης και ημιβάρβαρης «Δύσης». Χαρακτηριστικό παράδειγμα των «γιαννοπουλικών» Εθνικιστών του Μεσοπολέμου αποτελεί ο σπουδαίος Φώτος Πολίτης, ο οποίος μ’ ένα μαχητικό του άρθρο στην εφημερίδα «Ελεύθερο Βήμα» (22 Νοεμβρίου 1928) ξεκαθάρισε την ανάγκη να απομακρυνθεί το Έθνος από τα παρακμιακά πρότυπα της Δύσης και να στραφεί στα ελληνικά ήθη, στα δημοτικά κειμήλια, στον Σολωμό και στον Παπαδιαμάντη.

Οι θέσεις όσων σήμερα τοποθετούνται πραγματικά ως συνεπείς «αντιευρωπαϊστές» είναι κατά το πλείστον τους πολιτικά αντίθετες στην εν πολλοίς φιλοσιωνιστική και μάλλον αμερικανοκρατούμενη ΕΕ, ενώ βασίζονται σ’ έναν Ελληνοκεντρικό Ελληνισμό και στην αντίθεση τους με την πολυεπίπεδη παρακμή της Δύσης.

Αυτές οι θέσεις είναι (σε άλλοτε άλλο βαθμό) επηρεασμένες και από τις απόψεις του Γερμανού φιλοσόφου Όσβαλντ Σπένγκλερ. Ο πολύς Σπένγκλερ στο μνημειώδες δίτομο έργο του «H παρακμή της Δύσης» («Der Untergang des Abendlandes»-1918,1922), διενήργησε μιαν ανελέητη και ρηξικέλευθη, κριτική ενάντια στον εκμαυλισμένο και υλοκρατούμενο Δυτικό πολιτισμό, που κυριαρχείται ολοένα και περισσότερο από τις Δυνάμεις του Χρήματος. Επίσης επέκρινε με ειρωνεία κι εύστοχη απαξίωση τις ψευδοφιλάνθρωπες, τάχα «ανθρωπιστικές» αρχές του υλιστικού αυτού πολιτισμού, «φωτογραφίζοντας» προφητικά την άθλια μεταψυχροπολεμική εποχή μας.

Ο Σπένγκλερ βλέπει το «Αίμα» ως την μόνη αρκετά ισχυρή δύναμη για να ανατρέψει το Χρήμα, την έως τότε κυρίαρχη δύναμη της εποχής του (και ατυχώς, επί του παρόντος και της εποχής μας). Το Αίμα συνήθως νοείται ως εθνοφυλετικό συναίσθημα κι αυτό είναι μια αναμφισβήτητη αλλ’ όμως μερική αλήθεια, που ενίοτε καθίσταται πεπερασμένη και συνεπώς παραπλανητική.

Η αντίληψή του για την φυλή ήταν ευρύτερη και βαθύτερη, (όπως αργότερα και του σπουδαίου στοχαστή Ιουλίου Έβολα), συνεκτιμώντας εκτός από την βιολογική υπόσταση και την ψυχοπνευματική διάσταση της φυλετικής ιδιότητας.

Ο Σπένγκλερ είναι απαιτητικός και απόλυτος : Το βιβλίο του αναφέρει σχετικά πως «ένας πληθυσμός καθίσταται πράγματι φυλή, όταν είναι ενωμένος στην προοπτική άποψή του για την ζωή», οπότε κατ’ αυτόν το όμαιμο του «πατέρα της ιστορίας» Ηροδότου αποτελεί μιαν αναγκαία αλλά όχι ικανή συνθήκη για την συγκρότηση μιας φυλετικής ταυτότητας, μιας πλήρους κατανόησης και ταύτισης με το Γένος. Συνεπώς η σπενγκλεριανή ιδέα περί φυλής ελάχιστα σχετιζόταν με την ανθρωπογεωγραφικά νοούμενη εθνική ταυτότητα, ενώ επίσης ήταν απορριπτική έως εχθρική προς τους διάφορους «επιπόλαιους», τους «ρηχούς» βιολογικούς ρατσιστές υπό την στενή και περιοριστική, «ζωολογική» - φυλογνωσική έννοια του ρατσισμού.

Ο Σπένγκλερ μιλά καθοριστικά για τον «τελικό αγώνα» ενάντια στο Χρήμα : Αυτός ο Αγώνας θα είναι επίσης μια καταληκτική αφανιστική μάχη ανάμεσα στον καπιταλισμό και στον σοσιαλισμό, αλλά και πάλι με τον σοσιαλισμό νοητό υπό μιαν ειδική έννοια: «με βούληση να δώσει ζωή σε μιαν ισχυρή πολιτικο-οικονομική τάξη που υπερβαίνει όλα τα ταξικά συμφέροντα, ένα σύστημα ευγενούς συμπόνιας κι αίσθησης καθήκοντος». Δηλαδή όχι τον φερόμενο ως «δημοκρατικό σοσιαλισμό» ή πολύ περισσότερο τον «αν-ύπαρκτο σοσιαλισμό» του μπολσεβικισμού.

Γράφει επίσης : «Μια δύναμη μπορεί ν’ ανατραπεί μόνον από μιαν άλλη δύναμη, όχι από μιαν αρχή, κι απόμεινε μόνον μια δύναμη που μπορεί να αντιμετωπίσει το Χρήμα. Το Χρήμα ανατρέπεται και καταργείται από το Αίμα. Η ζωή είναι άλφα και το ωμέγα ... Είναι η πραγματικότητα των γεγονότων ... Πριν από τον ακαταμάχητο ρυθμό της ακολουθίας των γενεών, ότι δημιουργήθηκε από την αφυπνιζόμενη συνείδηση στον πνευματικό κόσμο της τελικά χάνεται».

Βεβαίως η κριτική των αστοφιλελευθέρων «δεξιών» ή των μπολσεβίκων στοχαστών και διανοουμένων σε βάρος του σπουδαίου πονήματος του Σπένγκλερ, υπήρξε μεροληπτική και προκατειλημμένη : Ειπώθηκε στερεότυπα ότι, ως Γερμανός «αντιδραστικός εθνικιστής» αντιμετώπισε μεν το ζήτημα του πολιτισμού με ρεαλιστική επιστημονική ακρίβεια, αλλά από την σκοπιά της κατ’ αυτόν αυτονόητης, ευκταίας σωτήριας ηγεμονίας του γερμανικού έθνους, ως του μόνου ικανού οδηγού των Εθνών της Λευκής Φυλής, στην Ευρώπη και στον Πλανήτη. Παρά την αμφίπλευρη απορριπτική στάση ενάντια στο βιβλίο του, το έργο αυτό είχε πολυσήμαντη επίδραση στην ελληνική διανόηση της εποχής του.

Ο Σπένγκλερ αναφέρει ότι, συνέλαβε το έργο του 1911 και επί τρία χρόνια συνέγραφε το πρώτο προσχέδιό του. Το 1914 ξεκίνησε την αναθεώρησή του και ολοκλήρωσε τον Α’ τόμο το 1917, που δημοσιεύθηκε το 1918, αποτελώντας το πρώτο του έργο μετά την διδακτορική του διατριβή για τον Ηράκλειτο. Ο Β’ τόμος εκδόθηκε το 1922. Δηλαδή η «Παρακμή της Δύσης» χρειάσθηκε περισσότερο από μια δεκαετία για την ολοκλήρωσή της.

Ο πρώτος τόμος έχει υπότιτλο «Μορφή κι Επικαιρότητα», ενώ ο δεύτερος τόμος έχει υπότιτλο «Προοπτικές της Παγκόσμιας Ιστορίας». Το έργο αυτό αποπνέει έντονη την ατμόσφαιρα μιας ζοφερής απαισιοδοξίας, καθώς ο συγγραφέας αποφαίνεται ότι ουδείς εκ των πολιτισμών της ιστορίας -τους οποίους αριθμεί σε οκτώ- δεν είναι αιώνιος, αλλά ο καθένας τους έχει μια ζωή διάρκειας περίπου χιλίων ετών.

Επίσης προδικάζει κατηγορηματικά τον επικείμενο αφανισμό του «Δυτικού πολιτισμού», επισημαίνοντας ως προεξαγγελτικά «σημεία» της κατάρρευσής του την επικρατούσα δύναμη του χρήματος, την κυριαρχία των ΜΜΕ (!) και την έλλειψη πρωτότυπων διανοουμένων και δημιουργών σ’ όλους τους τομείς του πολιτισμού και της παιδείας. Σήμερα, πολύ περισσότερον από τότε, πράγματι τρέμει κανείς εμπρός στην φρικιαστική και δυσοίωνη ακρίβεια των προρρήσεών του, οι οποίες στέκουν τριγύρω μας πραγματωμένες απόλυτα.

Η μορφολογία αποτελεί κομβικό μέρος της Φιλοσοφίας της Ιστορίας του Σπένγκλερ, χρησιμοποιώντας μια μεθοδολογία που προσεγγίζει την ιστορία και τις ιστορικές συγκρίσεις με βάση τις πολιτισμικές μορφές και την πολιτιστική δομή, χωρίς να λαμβάνεται υπόψη η πολιτιστική λειτουργία.

Σε μιαν υποσημείωση ο Σπένγκλερ περιγράφει τον βασικό πυρήνα της φιλοσοφικής προσέγγισης του προς την ιστορία, τον πνευματικό πολιτισμό και τον υλικό πολιτισμό: «Ο Πλάτων και ο Γκαίτε ξεχωρίζουν για την φιλοσοφία του Γίγνεσθαι, ο Αριστοτέλης και ο Καντ για την φιλοσοφία του Είναι. Όμως οι σημειώσεις κι οι στίχοι του Γκαίτε πρέπει να θεωρηθούν ως έκφραση ενός απόλυτα σαφούς μεταφυσικού δόγματος. Δεν θ’ άλλαζα ούτε μία λέξη απ’ αυτό : “Η Θεότητα είναι αποτελεσματική στο ζων και όχι στο νεκρό, στο Γίγνεσθαι και στο μεταμορφούμενο, όχι στο Είναι και στο παγιοποιημένο. Ως εκ τούτου, ο λόγος στην τάση του προς το θείο, αφορά ομοίως μόνον στο γίγνεσθαι και στο ζων. Η κατανόηση αφορά στο ήδη γεγονός, στο παγιοποιημένο, το οποίο αυτή χρησιμοποιεί.” (Επιστολή του Γκαίτε στον Έκερμαν * την Παρασκευή 13 Φεβρουαρίου1829) Αυτή η πρόταση περιλαμβάνει όλη την φιλοσοφία μου.»

* Ο Γιόχαν Πέτερ Έκερμαν ήταν Γερμανός ποιητής και συγγραφέας, που συνεργάστηκε με τον Γκαίτε ως γραμματέας του και αποτύπωσε την συνεργασία τους στο έργο του «Συνομιλίες με τον Γκαίτε στα τελευταία χρόνια της ζωής του,1823-1832» (Gespräche mit Goethe in den letzten Jahren seines Lebens, 1823-1832), από το οποίο και η εν λόγω επιστολή του τιτάνιου Ευρωπαίου στοχαστή Γκαίτε.

Α. Κωνσταντίνου 


© Copyright 2019-2O21 - A.Konstantinou - All Rights Reserved

Page was started with Mobirise website themes