«Η ΦΥΛΗ ΤΩΝ ΕΦΗΜΕΡΩΝ ΑΝΘΡΩΠΩΝ»  Julius Evola (1971)

Ήταν ήδη αναγνωρισμένο από τους αρχαίους χρόνους πως υπήρχε μία αναλογία, μια άμεση αντιστοιχία ανάμεσα στο ανθρώπινο ον και στον ευρύτερο και μεγαλύτερο ανθρώπινο οργανισμό που αποτελεί το Κράτος. Η Παραδοσιακή αντίληψη περί Κράτους, αντίληψη οργανική και αρθρωτή, αντανακλούσε πάντοτε την φυσική ιεραρχία των δυνατοτήτων οι οποίες προσιδιάζουν στο ανθρώπινο ον με την πλήρη έννοια του όρου, στο οποίο ον, το καθαρώς φυσικό και σωματικό μέρος του, κυβερνάται από τις ζωτικές δυνάμεις που υπόκεινται και υπακούουν στην ζωή της ψυχής και στον χαρακτήρα, ενώ στην κορυφή όλων βρίσκεται η πνευματοδιανοητική του αρχή, αυτό που οι Αρχαίοι αποκαλούσαν «ο εσωτερικώς κυρίαρχος», το «ΗΓΕΜΟΝΙΚΟΝ» των αρχαίων Ελλήνων και Ρωμαίων .

[βλ., Επίκτητος, Θεόφραστος, Διογένης Λαέρτιος, Μάρκος Αυρήλιος. Μάλιστα ο Αλκμαίων ο Κροτωνιάτης -Ε' αιώνας π.Χ.- ήταν ο πρώτος Έλληνας που υποστήριξε πως ο εγκέφαλος αποτελεί το όργανο όπου εδράζεται το «Ηγεμονικόν», αποδίδοντάς του σαφώς και μια βιολογική-ανατομική αντιστοιχία : «Εν τω εγκεφάλω το ηγεμονικόν»

Ειδικότερα για τους Στωικούς, η ενιαία ψυχή έχει οκτώ διαφορετικά «διαμερίσματα» : το «Ηγεμονικόν», τις πέντε Αισθήσεις ή «Αισθητικά», το «Σπερματικόν» και το «Φωνητικόν», με καθοδηγητικό κέντρο όλων των κινήσεών της κι’ απόλυτα κυρίαρχο στοιχείο της το «Ηγεμονικόν», το οποίο παρομοιάζεται με μιαν αράχνη που στέκει στο κέντρο του ιστού, δεχομένη αυτοστιγμεί όλα τα μηνύματα για ο,τιδήποτε την πλησιάζει. Εξοπλισμένη μ’ αυτά τα επιμέρους «διαμερίσματά» της, η ψυχή φθάνει στην πλήρη ανάπτυξή της όταν κατορθώνει να προσλαμβάνει τις λεγόμενες «κοινές έννοιες» (αυτό υπολογιζόταν από τους στωϊκούς στο 7ο έτος της ανθρώπινης ηλικίας) και καθίσταται η ίδια μία πλήρης λογική αλλά και γενετική Αρχή όταν φθάνει στην «ωριμότητά» της - από 14 ετών- καθώς το άτομο έχει πλέον διαμορφώσει εντός του όλες τις «κοινές έννοιες» ή τις «εμφύτους προλήψεις», δηλαδή εκείνες τις φυσικές γνώμες που συναπαρτίζουν μία κοινή για όλους τους ανθρώπους έννοια. 

Εκείνο το στοιχείο της ανθρώπινης ύπαρξης που η Στωική φιλοσοφία χαρακτήρισε ως «Ηγεμονικόν» αφορά στο «φιλοσοφείν» ως στάση ζωής, ως αναζήτηση της α-λήθειας, ως τρόπο προσέγγισης της πραγματικότητας, δηλαδή αφορά εν τέλει στην θεμέλια γεννήτρια της συμπεριφοράς και της σκέψης. Αυτό το στοιχείο συνιστά την όποια ξέχωρη «φιλοσοφική στιγμή» στον τρόπο ζωής όλων των ανθρώπων, αλλά αντιστοιχεί επίσης στην διαρκή φιλοσοφική πραγμάτωση της ύπαρξης των «Αρχόντων», όπου το Ηγεμονικόν ανθοφορεί, θάλλει και ωθεί στην αληθινή δημιουργία. Γιά τούτο ο Μέγας Πλάτων θέτει ως πρόταγμα της ιδεώδους «Πολιτείας» του «είτε να βασιλεύουν οι φιλόσοφοι είτε να φιλοσοφούν οι βασιλεύοντες». 

Hγεσία ανθρώπων επιτυγχάνεται μόνον όταν μέσα μας άρχει το Ηγεμονικόν μέρος της ψυχής. Αυτό το Ηγεμονικόν, ο Nους, προσπορίζει την αρτιότητα, την ολοκλήρωση και την καλλιέργεια, δηλαδή ό,τι οι Έλληνες συμπύκνωσαν στην σπουδαία και κομβική λέξη Αρετή (που σημαίνει την σύναψη, συγκέντρωση, συναρμογή και εναρμόνιση των πολλών και αντιθέτων παραγμάτων και δρωμένων-«αραρίσκειν»). Κάθε άλλη νομή και χρήση της πολιτειακής ισχύος είναι Εξουσία και όχι Ηγεσία, η οποία Ηγεσία είναι και ο μέγιστος και μόνος τιμωρός των κάθε λογής εξουσιαστών, απείρως ισχυρότερος της αναρχίας. Αυτή η άδικη και «εκτός κοσμικής τάξης» εξουσία είναι που απαρνείται την λειτουργία του Ηγεμονικού σε συλλογικό επίπεδο και το εξατομικεύει (αποσιωπώντας για λόγους δόλιας αγελαίας μαζικότητας, ψευδοανθρωπιστικής αλληλεγγύης και υπάνθρωπης αντιαριστοκρατικής εμπάθειας στον έωλο θεωρητικό της λόγο ότι, η εμβίωση και πραγμάτωση του Ηγεμονικού είναι σκληρό και θλιβερό προνόμιο των ολίγων, των εκλεκτών). 

Σύμφωνα με τους Στωϊκούς, τα «Κακά», είναι εκείνα τα πράγματα, εκείνα τα δρώμενα, τα οποία οφείλει να αποφεύ-γει συστηµατικά ο φιλόσοφος στον δρόµο του μετασχηματισμού του προς «Σοφό». Οι Στωϊκοί διακρίνουν τρία είδη «Κακών»: τις «Κακίες», τις «Κακουργίες» και τα «Πάθη». Στις «Κακίες» κατατάσσουν τον Παραλογισµό, την Άγνοια, την Αδικία, την Απιστία, την Κτητικότητα, την άλογη Εχθρότητα, την Ανανδρεία και την Απερισκεψία, ενώ στις «Κακουργίες» τις Ανόητες κι’ Άδικες πράξεις. Ως «Πάθη» κατά τους Στωϊκούς ορίζονται όλες οι «ορμές δίχως µέτρο, ανεξέλεγκτες ή «πλεονάζουσες», που θεωρούνται ασθένειες κι’ αναπηρία της ψυχής και είναι διαταρακτικές για το «Ηγεµονικόν» της ψυχής και κατά προέκταση για ολόκληρη την ύπαρξη. 

Ακόμη και σύμφωνα με την Ορθόδοξη Χριστιανική πνευματική παράδοση, ο Νους είναι η κυρίαρχη δύναμη της εσωτερικής ζωής, «το ηγεμονικόν» της στοιχείο - βλ. Ευάγριος, Κλήμης ο Αλεξανδρεύς, Φίλων ο Αλεξανδρεύς, Γρηγόριος Νύσσης, Φώτιος.] 

Σύμφωνα μ’ αυτές τις παραδοσιακές ιδέες είναι περισσότερο από προφανές ότι, η όποια μορφή δημοκρατίας, εμφανίζεται ως ένα οπισθοδρομικό και αντιεξελικτικό φαινόμενο, ως ένα σύστημα στο οποίο κάθε φυσική σχέση ανατρέπεται, καθώς στο δημοκρατικό κράτος το «ΗΓΕΜΟΝΙΚΟΝ» είναι ολότελα ανύπαρκτο. Επιπλέον η κατεύθυνση του Κράτους εκπηγάζει και προέρχεται εκ των κάτω στιβάδων της ένζωης ύπαρξης, με έναν αντιιστορικό και αντιφυσικό τρόπο.

Στην δημοκρατία ελλείπει κάθε πραγματικό «κέντρο» της ύπαρξης, τόσο της ατομικής όσο και της συλλογικής. Υπάρχει μια ανακλητή ψευδοεξουσία και μάλιστα στην υπηρεσία αυτού ακριβώς του στοιχείου που βρίσκεται πιο χαμηλά, δηλαδή στην υπηρεσία της καθαρώς υλικής – «κοινωνικής», οικονομικής και ποσοτικής πλευράς ενός λαού. 

Η δημοκρατία συνεπώς αντιστοιχεί, σύμφωνα με την ανωτέρω παραδοσιακή αναλογία, στην εξής κατάσταση στην περίπτωση ενός ατόμου: ένα πνεύμα και μία πνευματική αρχή που δεν θα είχαν άλλο λόγο ύπαρξης από το να εκπροσωπούν τις ανάγκες του σώματος, στο οποίο σώμα θα ήσαν εν κατακλείδι στην υπηρεσία του. Μ’ άλλα λόγια ένας νους προωρισμένος να υπάρχει αποκλειστικά και μόνο για να εξυπηρετεί τις φυτικές διαδικασίες των εντέρων. 

Η έλευση της δημοκρατίας είναι κάτι πολύ βαθύτερο, πολύ σοβαρότερο και πολύ χειρότερο από αυτό που φαίνεται ότι είναι σήμερα, μόνον από πολιτικής πλευράς. Είναι δηλαδή μ’ άλλα λόγια αυτή η ίδια η πλάνη και η παντελώς ηλίθια οίηση μιας κοινωνίας, που σκάβει τον ίδιο της τον τάφο. Μπορεί πραγματικά να υποστηριχθεί χωρίς καμία αμφιβολία ότι, η «δημοκρατική ατμόσφαιρα» είναι τέτοια, ώστε δεν μπορεί παρά να εξασκήσει μακροπρόθεσμα μία βέβαιη εκφυλιστική επίδραση στην ανθρώπινη προσωπικότητα και μάλιστα στις καθ’ εαυτό «υπαρξιακές», ουσιώδεις και θεμελιακές όψεις της προσωπικότητας, ακριβώς επειδή υπάρχουν, όπως προαναφέρθηκε, σαφείς και άρρηκτες αντιστοιχίες μεταξύ του ατόμου ως «μικρού οργανισμού» και του κράτους ως «μεγάλου οργανισμού». 

Αυτή η διαχρονική ιδέα επιβεβαιώνεται με την εξέταση των διαφόρων όψεων της φυσικής κοινωνίας. Είναι γνωστό πως ο Πλάτων έλεγε ότι, είναι καλό τα άτομα που δεν διαθέτουν δικό τους «εσωτερικό άρχοντα» να βρίσκουν τουλάχιστον έναν άρχοντα έξω από αυτά. Σ’ ό,τι, λοιπόν, παρουσιάσθηκε μεταπολεμικά ως η «απελευθέρωση» εκείνου ή του άλλου λαού, [γεγονός μάλιστα που στην πραγματικότητα πολλές φορές επιβλήθηκε, ακόμη και με την καταφυγή στην ωμή βία (όπως π.χ. μετά τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο), για ν’ απολαύσουν οι λαοί τα δήθεν «αγαθά» της «δημοκρατικής περιόδου», η οποία εξαφάνισε κάθε αρχή κυριαρχίας, αυθεντικής εξουσίας και τάξης προερχομένης «εκ των άνω»], αντιστοιχεί σήμερα, σε ένα μεγάλο αριθμό αγελαίων ατόμων, φορέων μίας δήθεν «απελευθέρωσης», η οποία αποτελεί εξαφάνιση κάθε εσωτερικής «μορφής», κάθε χαρακτήρα, κάθε ευθύτητας, με μία λέξη, αποτελεί την παρακμή ή την απουσία στο άτομο, αυτής της κεντρικής, κατευθυντήριας, ζωογόνας και συνεκτικής δύναμης που οι Αρχαίοι αποκαλούν ΗΓΕΜΟΝΙΚΟΝ. 

Κι’ αυτό συμβαίνει, όχι μόνο στο ηθικό επίπεδο, αλλά επίσης στο πεδίο της πλέον καθημερινής συμπεριφοράς, στο επίπεδο της ατομικής ψυχολογίας και της ίδιας της υπαρξιακής δομής. Το αποτέλεσμα είναι ένας συνεχώς αυξανόμενος αριθμός ασταθών και αμόρφων ατόμων, είναι η εισβολή αυτού του στοιχείου που θα μπορούσε να αποκληθεί Η ΦΥΛΗ ΤΩΝ ΕΦΗΜΕΡΩΝ ΑΝΘΡΩΠΩΝ. Πρόκειται για μία φυλή που αξίζει να μελετηθεί και να ορισθεί ακριβέστερα απ’ ό,τι μπορούμε να πράξουμε στον περιορισμένο χώρο αυτού του κειμένου, χωρίς μάλιστα να διστάσουμε να προστρέξουμε και σε επιστημονικές, πειραματικές μεθόδους. 

Ο τύπος ανθρώπων για τον οποίο μιλάμε δεν είναι μόνο κενός κάθε εσωτερικής πειθαρχίας, δεν έχει μόνο τον φόβο να τεθεί «ενώπιος εαυτώ», αλλά είναι επίσης ανίκανος να αναλάβει οποιαδήποτε σοβαρή δέσμευση, ανίκανος να ακολουθήσει έναν ακριβή προσανατολισμό, να επιδείξει χαρακτήρα. Μπορούμε να πούμε ότι εν μέρει δεν το θέλει και εν μέρει δεν το μπορεί. 

Είναι πραγματικά ενδιαφέρον να σημειώσει κανείς ότι, αυτή η αστάθεια δεν είναι πάντοτε στην υπηρεσία τού χωρίς αναστολές προσωπικού συμφέροντος, δεν είναι πάντοτε η αστάθεια εκείνου που λέει αστόχαστα και ξεδιάντροπα : «Δεν είμαστε σ’ εποχή όπου μπορεί κανείς να έχει την πολυτέλεια να διαθέτει χαρακτήρα». Σαφώς όχι! Στις περισσότερες μάλιστα περιπτώσεις, η συμπεριφορά αυτή δρα σε βάρος των ίδιων των εν λόγω προσώπων. Είναι άλλωστε ενδεικτικό πως αυτός ο αδύναμος τύπος ανθρώπου παρουσιάζεται το ίδιο και σε χώρες, όπου η Φυλή και η Παράδοση υπήρξαν ολότελα ευνοϊκές (πρέπει να έχουμε υπόψη μας ως τέτοια παραδείγματα πρωτίστως την Κεντρική Ευρώπη και τις Σκανδιναβικές χώρες, αλλά και εν τινι μέτρο την Αγγλία), καθώς και σε κοινωνικές τάξεις, όπως η αριστοκρατία και η τάξη των τεχνιτών, των οποίων οι εκπρόσωποι γνώριζαν να κρατούν, μέχρι μία πρόσφατη εποχή, μία κάποιαν εσωτερική μορφή. 

Η παρακμή κάθε είδους «επαγγελματικής τιμής» – μιας τιμής που υπήρξε πράγματι πολύτιμη εκδήλωση στο πρακτικό πεδίο της ηθικής συνείδησης και ακόμη μιας ορισμένης ευγένειας – προέρχεται πράγματι από την ίδια διαδικασία αποσύνθεσης. Η χαρά του δραν και του παράγειν στον άνθρωπο σύμφωνα με την ιδιαίτερη γνώση και τέχνη του, δίνοντας το καλύτερο μέρος του εαυτού του με ενθουσιασμό και τιμιότητα, υποχωρεί πλέον μπροστά στο πιο άμεσο συμφέρον, που δεν σταματά ούτε μπροστά στην παραποίηση του έργου του, ούτε στην αλλοίωση του προϊόντος, ούτε μπροστά στην απάτη. 

Χαρακτηριστικό παράδειγμα ανάμεσα σε τόσα άλλα δείγματα της γενικευμένης παρακμής αποτελούν οι απάτες που σχετίζονται με τα τρόφιμα, πιο εκτεταμένες και πιο κυνικές από ποτέ, οι οποίες προέρχονται όχι απλά από εγκληματική ανευθυνότητα, αλλά από στυγνή διάθεση κερδοσκοπίας, από καταβαράθρωση κάθε εσωτερικού πεδίου, από έλλειψη κάθε αισθήματος τιμής, αυτής της τιμής, την οποία κατείχαν, σε άλλες εποχές, ακόμη και οι πιο ταπεινές επιχειρήσεις. (Σε ένα άλλο παράλληλο επίπεδο που εξελίσσεται ταυτόχρονα με την διαδικασία της βιομηχανοποίησης, βρισκόμαστε θεατές της σύγχρονης εξαθλιωτικής «προλεταριοποίησης» και κοινωνικής περιθωριοποίησης της «εργατικής τάξης», του εκφυλισμού αυτών των ανθρώπων που δεν είναι πλέον παρά απλοί «εργασιοπώλες» της εργατικής τους δύναμης, σύγχρονοι δούλοι στα αχόρταγα αφεντικά).

Είπαμε ότι αυτό το φαινόμενο δεν αφορά μόνο στο ηθικό πεδίο. Η αστάθεια, η αποφυγή, η ικανοποιημένη ανευθυνότητα, η αδιάφορη αδιορθωσιά εκδηλώνονται μέχρι τις πλέον ευτελείς καθημερινότητες. Υπόσχεται κάποιος κάτι – να γράψει, να τηλεφωνήσει, να ασχοληθεί μ’ αυτό ή μ’ εκείνο – και δεν το κάνει. Κανείς δεν είναι ακριβής στην ώρα του. Σε ορισμένες βαρύτερες περιπτώσεις, ούτε η ίδια η μνήμη του δεν σώζεται : Ξεχνά, είναι αφηρημένος, δυσκολεύεται να συγκεντρωθεί. Άλλωστε οι ειδικοί επιστήμονες έχουν διαπιστώσει με ακλόνητη βεβαιότητα μιαν εξασθένηση της μνήμης στις νεώτερες γενεές : ένα φαινόμενο που θέλησαν να ερμηνεύσουν με διάφορες περίεργες ή δευτερεύουσες αιτιάσεις, αλλά του οποίου η πραγματική αιτία είναι η τροποποίηση της γενικής περιρρέουσας ατμόσφαιρας, η οποία φαίνεται να προκαλεί αληθινή μεταλλαγή της ψυχικής δομής. 

Αν αναλογιστούμε τι έγραψε ο πολύς (Αυστροεβραίος) Όττο Βάϊνινγκερ με ιδιαίτερη επιμονή για τις σχέσεις που υπάρχουν μεταξύ ηθικής, λογικής και μνήμης, για την υψηλότερη, όχι καθαρά ψυχολογική, σημασία της μνήμης (– στο δεύτερο κεφάλαιο του βιβλίου του «Φύλο και Χαρακτήρ» / εδάφιο «Μνήμη , Λογική και Ηθική»- : «η μνήμη βρίσκεται σε στενή σχέση με την ενότητα της προσωπικότητας, εξαιτίας της αντίστασης που προσφέρει στην διασπορά στον χρόνο, στην ροή της διάρκειας. Έχει επίσης ηθική και οντολογική αξία, και δεν είναι ασήμαντο στοιχείο ότι μια ιδιαίτερη ενίσχυση της μνήμης αποτέλεσε μέρος των πρακτικών της υψηλής ασκητικής»), τότε καταλαβαίνουμε εύκολα τις βαθύτερες και τραγικές επιπλοκές του φαινομένου της εκλεκτικής και κλιμακούμενης αμνησίας στις νεώτερες γενεές. 

Άλλο ένα επιπλέον διαλυτικό στοιχείο, το ψέμα, το αναίτιο ψέμα χωρίς κανένα σκοπό, αποτελεί φυσικά αδιάσπαστο μέρος του «στυλ του εφήμερου ανθρώπου». Εδώ βρισκόμαστε προ ενός στοιχείου ιδιαίτερα «θηλυκού» κι’ αν κανείς επισημάνει σ’ έναν εκπρόσωπο αυτής της φυλής των εφήμερων ανθρώπων, αυτή του την συμπεριφορά, εκείνος εκπλήσσεται ! Τόσο... φυσική του φαίνεται αυτή η θηλυκή συμπεριφορά του, ή ακόμη πιο συχνά αισθάνεται ότι του επιτίθεσαι και αντιδρά με σχεδόν υστερικό τρόπο. Γιατί δεν θέλουν να «ενοχλούνται» από τίποτα, επιζητούν μόνο να «περνάνε καλά». 

Ο καθένας μπορεί να διαπιστώσει την νεύρωση αυτού του είδους στον κύκλο των κοινωνικών του σχέσεων, ακόμη κι’ αν επιδείξει ελάχιστη προσοχή, απλά παρατηρώντας γύρω του. Κι’ όποιος έχει την ανάλογη ηλικία, μπορεί να παρατηρήσει πόσο ορισμένα πρόσωπα, τα οποία είχε την ψευδαίσθηση να θεωρεί φίλους του, σήμερα κατέστησαν κλιμακωτά τελείως αγνώριστα. 

Όσον αφορά στον κόσμο των πολιτικών, με τις κομπίνες και την διαφθορά του, στοιχεία βεβαίως που χαρακτήριζαν πάντοτε τις κοινοβουλευτικές δημοκρατίες, αλλά που είναι σήμερα ακόμη εμφανέστερα, δεν αξίζει καν τον κόπο να κάνουμε λόγο. Τόσο πολύ «η φυλή του εφήμερου ανθρώπου», ταυτόσημη πέραν κάθε πολιτικής ετικέτας και κόμματος, αναπαύεται στην άθλια μακαριότητά της. Πρέπει όμως να παρατηρήσουμε ότι, συχνότατα δεν αποτελούν εξαίρεση ούτε εκείνοι που πρεσβεύουν «δεξιές» ιδέες, διότι γι’ αυτούς οι ιδέες αυτές καταλαμβάνουν μία παράμερη θέση, χωρίς άμεση σχέση και αναγκαστική συνέπεια στην υπαρξιακή τους πραγματικότητα. 

Σε τούτο το χαρακτηριστικό οι «δεξιοί εφήμεροι» είναι ταυτόσημοι με τους «αριστερούς εφήμερους», συμβατικούς και εικονικούς ψευδοαντιπάλους τους. Απλά, συγκριτικά με εκείνους εμφανίζουν σαφώς μιαν αφόρητη ηθική κενότητα, καθώς οι «αριστεροί εφήμεροι» δεν έχουν την αναιδή απρονοησία ούτε καν να υπαινίσσσονται υποκριτικά κάποια παραδοσιακή διάσταση των απόψεών τους, τις οποίες τουλάχιστον έχουν εξ αρχής το ανυπόκριτο θράσος της αμορφωσιάς και την χυδαία αμεσότητα της μάζας, ώστε να τις αποσυνδέουν ολότελα από κάθε στοιχείο ιερότητας και παράδοσης, μεταφράζοντας έτσι την ανεπάρκειά τους σε ειλικρίνεια. 

Αντίθετα, αξίζει πολύ περισσότερο να επισημάνουμε κάποια τρέχουσα στις ημέρες μας διαφορά, που εξαπλώνεται μεταξύ των νέων «χειραφετημένων» και «απελευθερωμένων» γενεών, ιδιαίτερα στο σεξουαλικό πεδίο, μια διαφορά η οποία προέρχεται λίγο πολύ από την φερόμενη ως «dolce vita». 

Δεν αντιστοιχεί σε τίποτε θετικά και δραστικά αντικομφορμιστικό / αντισυμβατικό, δεν πρόκειται για καμιά κατάφαση υψηλότερης ελευθερίας μιας ισχυρότερα εκφρασμένης προσωπικότητας. Πρόκειται μάλλον για μια συναινετική και αδιάφορη απόσυρση, για ένα ακόμη απλό «δε βαριέσαι», για μία παθητικότητα, μία κοινότυπη και ευτελή πτώση στάθμης. Αυτό το στοιχείο της ανέμελης μετάπτωσης του ανθρώπινου ερωτισμού σε μιαν άμορφη αφύσικη μηχανιστική πρακτική (που είναι ολότελα αταίριαστη ακόμα και με τον οιστριολικό ρυθμό των θηλαστικών), ανήκει σε μια μεγάλη ομάδα από διάφορα αντιφυσικά πράγματα, τα οποία μπορούμε να βρούμε πανεύκολα, όταν εξετάσουμε συστηματικά το αληθινό παρασκήνιο ορισμένων ιδεολογικών ρευμάτων της εποχής μας, που κηρύσσουν την άκριτη σεξουαλική ελευθερία.

Η θέση όπου έπρεπε να ευρίσκεται ενθρονισμένος ο «Εσωτερικός Άρχων», ώστε να αντιτάσσει τον καθαρό νόμο του Είναι του, σε κάθε εξωτερικό νόμο, σε κάθε υποκρισία και κάθε ψέμα, η θέση αυτή είναι στους «εφήμερους ανθρώπους» ολότελα κενή. 

[΄Οπως στην νεότερη σκέψη έθιξαν στα έργα τους οι μεγάλοι στοχαστές: Γιόχαν Κάσπαρ Σμιτ (Μαξ Στίρνερ) - «Ο μοναδικός και το εγώ του» (που μάλιστα θεωρείται αυτάρεσκα από τους μικρόνοες συγχρόνους μας ψευτοεξεγερμένους «αναρχικούς», ως δήθεν κομβικός στοχαστής της αναιμικής θεωρητικής τους ψευδαίσθησης), Φρειδερίκος Νίτσε - «Ο αντίχριστος», «Πέραν του καλού και του κακού», «Χαρούμενη επιστήμη» και Ερίκος Ίψεν - «Αυτοκράτωρ και Γαλιλαίος», «Ενας εχθρός του λαού»]

Ζει ο καθένας τους κινούμενος απο μια κεκτημένη ταχύτητα «από μέρα σε μέρα», με ηλίθιο τρόπο κι’ αυτό είναι όλο! Εξ ου και κατά τις σπάνιες στιγμές της συνειδητοποίησης, ξεχυλίζει η βαθειά αηδία και η αφόρητη πλήξη τους. Απουσία φυσικής Ιεραρχίας και αληθινών Ηγετών στο εξωτερικό πεδίο, στο πεδίο του Κράτους, καθώς και απουσία εσωτερικής μορφής και δομής στα άτομα. 

Τα δύο αυτά πράγματα είναι απόλυτα και διαδραστικά αλληλέγγυα, το ένα συνεργεί με το άλλο πολλαπλασιαστικά, μέχρις σημείου να μας κάνουν να σκεπτόμαστε ότι πρόκειται μάλλον για δύο διαφορετικές όψεις ενός μοναδικού φαινομένου των «εξελιγμένων» και δημοκρατικών καιρών μας. 

Επιμέλεια Α. Κωνσταντίνου

© Copyright 2019-2O21 - A.Konstantinou - All Rights Reserved

Designed with Mobirise page software