© Copyright 2019-2O21 - A.Konstantinou - All Rights Reserved

ΔΙΕΘΝΟΠΟΛΙΤΙΚΕΣ ΕΞΕΛΙΞΕΙΣ

Είναι καταφανές ότι, περισσότερον από ένα έτος μετά την έναρξη της πανδημίας, η συνεχιζομένη κρίση της COVID-19 θα συνεχίσει να κυριαρχεί στην επικαιρότητα και κατά την τρέχουσα δευτέρα τριμηνία του 2021. Με νέες ιικές παραλλαγές του αρχικού κορωναϊού και με κλιμακούμενες διαφοροποιήσεις των εμβολιαστικών πρακτικών και των εμβολίων, η παγκόσμιος οικονομική ανάκαμψη θα καθορισθεί από την ανισότητα και την ανομοιομορφία δυνατοτήτων και εφαρμογής σχεδιασμών, με την Ευρώπη να υπολείπεται των Ηνωμένων Πολιτειών και της Κίνας έως τούδε.

Είναι προφανές ότι ο κορωναϊός θα εξακολουθήσει να είναι ο ουσιαστικός κυρίαρχος στην παγκόσμιο οικονομία : Στις Ηνωμένες Πολιτείες η αύξηση της παραγωγής και η διεύρυνση της διανομής εμβολίων, καθώς και τα νέα ερεθίσματα στον υπερευαίσθητο χώρο της υγείας, καταδεικνύουν ευμενέστερες προοπτικές για ταχυτέρα, αν και άνισο, ανάκαμψη της παγκοσμίου οικονομίας εντός του 2021, ενωρίτερον από ό,τι ανεμένετο αρχικώς σε ποικίλες αυστηρές προβλέψεις. Η νυν κύρια νέα ανησυχία για το εγγύς μέλλον είναι η σοβούσα ισχυρά απόκλιση μεταξύ οικονομιών όπως οι Ηνωμένες Πολιτείες και η Κίνα (που επιτυγχάνουν ισχυροτέρα βραχυπρόθεσμο ανάπτυξη) και εκείνες όπως των ευρωπαϊκών χωρών (που υφίστανται την πίεση νέου κύματος κρουσμάτων της COVID-19 και αποκρίνονται με νέα εκτεταμένα μέτρα «κλειδώματος» της κοινωνικοοικονομικής ζωής), όπου η ανάκαμψη μάλον θα είναι βραδυτέρα. Ωστόσον ακόμη και η αμερικανική και η κινεζική οικονομία, υποστηρίζονται από ισχυρές κρατικές δράσεις, οπότε εν τέλει μια τέτοια υποστήριξη ημπορεί να μην ευνοήσει την βιώσιμο ανάπτυξη. Η δραστηριότης θα παραμένει ζωηρά κυρίως στον κατασκευαστικό τομέα και στο εμπόριο, ενώ οι υπηρεσίες που περιλαμβάνουν στενή προσωπική επαφή θα συνεχίζουν να πάσχουν λόγω των επιβεβλημένων μέτρων κοινωνικής απομονώσεως για τον έλεγχο της επιδημίας. 

Η ανάπτυξη της Κίνας, (αν και εξόχως εντυπωσιακή «επί χάρτου»), θα αγωνισθεί να διατηρήσει την βιωσιμότητά της, καθώς το Πεκίνο επιστρέφει στις κρατικές δαπάνες για να ενισχύσει την ανάπτυξη. Το αμερικανικό κίνητρο της παγκοσμίου πρωτοπορείας θα στηρίξει την εγχώριο ανάπτυξη των ΗΠΑ, καθώς η κυβέρνηση του γηραλέου Μπάϊντεν συνεχίζει να επιδιώκει επιμόνως την επαναφορά και την ανατοποθέτηση της Ουάσιγκτον ως πρωταγωνιστή στην παγκόσμιο σκηνή. 

Η κυβέρνηση του βαθέως καθεστωτικού Προέδρου Μπάϊντεν θα επιδιώξει πάσει δυνάμει να επεκτείνει την διεθνή της συνεργασία, ειδικότερον δε στον μείζονα χώρο περί τον Ινδικό και Ειρηνικό ωκεανό, ώστε να αντιμετωπίσει ευρύτερον και ριζικότερον την Κίνα. Οι αυξομειούμενες και προβληματικές διαπραγματεύσεις μεταξύ ΗΠΑ και Ιράν είναι πιθανόν πως θα παραμείνουν σε αναμονή μέχρις τις προεδρικές εκλογές του Ιράν (τον ερχόμενο Ιούνιο), ενώ οι σχέσεις ΗΠΑ-Ρωσίας θα συνεχίσουν να φθίνουν, ολισθαίνουσες επί τα χείρω, μετά τις υψηλού επιπέδου αντεγκλήσεις (κυρίως αμερικανικής προελεύσεως) του προσφάτου καιρού μετά την εκλογή Μπάϊντεν. 

Οι αναδυόμενες αγορές των μεγάλων οικονομιών θα συνεχίσουν να πασχίζουν εργωδώς : Οι ανορθόδοξες οικονομικές πολιτικές της ερντογκανικής Τουρκίας απειλούν ήδη την ασφαλή βιωσιμότητα της περαιτέρω αναπτύξεώς της. Η Νότιος Αφρική υπό τον Πρόεδρο Σύριλ Ραμαφόσα δεν θα είναι σε θέση να επωφεληθεί από την αύξηση των τιμών των βασικών προϊόντων, λόγω της εκεί βραδείας διαθέσεως των εμβολίων και των συνεχιζομένων ισχυρών συστημικών εργατικών προκλήσεων. Εν τω μεταξύ, η Βραζιλία του Προέδρου Μπολσονάρου θα είναι ολοέν και πιθανότερον να στραφεί σε μερικές «φιλολαϊκές» δαπάνες «λαϊκιστικού» χαρακτήρος, προκειμένου να ελαχιστοποιήσει την πολιτική επίπτωση από την κρίση της COVID-19 πριν από τις εκλογές του επόμενου έτους. 

Η οικονομική πρόοδος προφανώς θα εξαρτάται από την διατήρηση των λοιμώξεων υπό έλεγχο, (παρά τις νέες παραλλαγές του μεταλλαγμένου κορωναϊού), σε συνδυασμό με την μεθοδική συνεχή κυβερνητική υποστήριξη. Πολλές χώρες αγωνίζονται να αποκτήσουν και να χορηγήσουν εμβόλια, ενώ το τρίτο κύμα της νόσου και τα συνακόλουθα «κλειδώματα» στην Γηραιά Ήπειρό μας περιορίζουν προφανώς την εδώ ανάκαμψη. Ένα χάσμα ανοίγει μεταξύ της Κίνας και ορισμένων προηγμένων οικονομιών (που έχουν πρόσβαση σε εμβόλια) και άλλων προηγμένων οικονομιών όπου η διάθεση εμβολίων συνεχίζει να είναι προβληματική, αλλά και πολλών αναδυομένων αγορών και αναπτυσσομένων χωρών οι οποίες δεν θα έχουν ευρεία πρόσβαση σε εμβολιασμούς εφέτος. Ευλόγως σε ένα τέτοιο περιβάλλον, απαιτείται συνεχής δημοσιονομική στήριξη, καθώς και προσαρμογή της νομισματικής πολιτικής για την κάλυψη της συνολικής ζητήσεως. 

Η δημοσιονομική υποστήριξη των χωρών της «G-20» (Αργεντινή, Αυστραλία, Βραζιλία, Γαλλία, Γερμανία, Ηνωμένες Πολιτείες Αμερικής, Ηνωμένο Βασίλειο, Ιαπωνία, Ιταλία, Ινδία, Ινδονησία, Καναδάς, Κίνα, Μεξικό, Νότιος Αφρική, Νότιος Κορέα, Ρωσία, Σαουδική Αραβία, Τουρκία και Ευρωπαϊκή Ένωση ως συνολικό συγκρότημα, εκπροσωπουμένη από την Ευρωπαϊκή Επιτροπή και την Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα) περί τα μέσα Φεβρουαρίου τρέχοντος έτους ήταν περίπου 10,5 τρισεκατομμύρια ευρώ. Μαζί με τις προσαρμοστικές νομισματικές πολιτικές, αυτή η «γενναία» υποστήριξη επέτρεψε σε πολλές επιχειρήσεις να επιβιώσουν από τα όντως ασφυκτικά «κλειδώματα». Πιθανώς η ταχυτέρα πρόοδος στη διανομή εμβολίων θα ημπορούσε να επαναφέρει την παγκόσμιο ανάπτυξη σε μια βιώσιμο πορεία ταχυχύτερον από ό,τι είχε αρχικώς προβλεφθεί. 

Προφανώς οι υπαρκτοί δυνητικοί κίνδυνοι μειώσεως της αναπτύξεως περιλαμβάνουν αυξημένη εξάπλωση του ιού, παραλλαγές/μεταλλάξεις του ανθεκτικές στα εμβόλια και ανανέωση της επιδημίας με νέα «κύματα». 

Επίσης η πανδημία κατέλειπε μια κληρονομία ανθεκτικής τάσεως αυξανομένου δημοσίου και ιδιωτικού χρέους, ήτοι μια κακοδαίμονα κληρονομία εναντίον της προοπτικής μιας επιστροφής σε βραδεία μακροπρόθεσμο ανάπτυξη.

Οι αναδυόμενες πιέσεις για το εγγύς μεσοπρόθεσμο μέλλον περιλαμβάνουν:

          • Χρηματοοικονομικές αδυναμίες που αυξάνονται ραγδαίως (με το παγκόσμιο χρέος στο υψηλότερο σημείο όλων των εποχών), περιορίζουσες την ικανότητα πολλών χωρών να ανταποκριθούν στην ύφεση ή να αντιμετωπίσουν διαρθρωτικές ανάγκες. Τα χαμηλά επιτόκια και η προοπτική περισσοτέρων επισφαλών δανείων θα διαβρώσουν τα αποθέματα κεφαλαίων των τραπεζών. Ενδέχεται επίσης να αυξηθούν οι πτωχεύσεις καθώς τα κυβερνητικά προγράμματα στηρίξεως του εισοδήματος μοιραίως λήγουν, εν όψει των δημοσιονομικών περιορισμών και του υψηλοτέρου χρέους των νοικοκυριών και του εν γένει μη τραπεζικού χρέους. 

        • Μια διακριτή ανοδική τάση των τιμών με δυνατότητα ανανεώσεως του πληθωρισμού παγκοσμίως. Οι τιμές των βιομηχανικών μετάλλων αυξάνονται, με τις τιμές του χαλκού σε ένα υψηλό δεκαετίας και τις τιμές του πετρελαίου σε ένα υψηλό ετήσιο. Εν τω μεταξύ, ο δείκτης τιμών των τροφίμων του «Οργανισμού Τροφίμων και Γεωργίας» των Ηνωμένων Εθνών αυξάνεται για εννέα συνεχόμενους μήνες, με τις τιμές για τα δημητριακά, τα τροφικά έλαια και την ζάχαρη στα υψηλότερα επίπεδα από το 2013. Η εμπορική «ασφυξία και συμφόρηση» ορισμένων ειδών παραμένει, κυρίως σε μικροκυκλώματα μνήμης (chips) πυριτίου, ενώ παρατηρείται και σαφής έλλειψη σε εμπορευματοκιβώτια αποστολών (containers). 

Οι ΗΠΑ επιδιώκουν να μειώνουν τις εντάσεις με ευρωπαϊκές αλλά και ευρύτερον άλλες δυτικές χώρες. 

Η κυβέρνηση του Προέδρου Μπάϊντεν θα προβεί σε απτές προσφορές προς την Ευρωπαϊκή Ένωση και προς άλλες δυτικές χώρες για την επιδιωκομένη μείωση των εντάσεων που απέρρευσαν από τα μέτρα τα οποία έλαβε η κυβέρνηση του «παραδόξου» και αντισυμβατικού απελθόντος Προέδρου Τραμπ για ζητήματα όπως το εμπόριο.

Αυτή η τακτική πιθανότατα θα δημιουργήσει νέα περιθώρια για συμφωνίες σε ζητήματα όπως οι ψηφιακοί φόροι, οι κρατικές επιδοτήσεις και η μεταρρύθμιση του «Παγκοσμίου Οργανισμού Εμπορίου», αν και η όποια προκύπτουσα πρόοδος θα είναι βραδεία και ημπορεί να επεκταθεί σε ικανό βάθος χρόνου. Παρά το ότι ανεμένετο από την κυβέρνηση του Μπάϊντεν να κάνει τέτοιες προσφορές «φιλίας» και επαναπροσεγγίσεως στην Ευρωπαϊκή Ένωση, το έπραξε πολύ γρηγορότερον.

Οι Ηνωμένες Πολιτείες θα αντιμετωπίσουν πίεση ώστε να προβούν σε παραχωρήσεις προς τον «Παγκόσμιο Οργανισμό Εμπορίου» για να επιτραπόυν οι διορισμοί εκπροσώπων τους στο «Σώμα Εφετών» του Οργανισμού, αλλά ο Λευκός Οίκος πιθανότατα θα θελήσει έναν σαφή, συμπεφωνημένο «χάρτη πορείας» για την μεταρρύθμιση του ΠΟΕ προτού προσφέρει τέτοιες παραχωρήσεις. Οι Ηνωμένες Πολιτείες θα ημπορούσαν επίσης να καταργήσουν τις τιμολογήσεις χάλυβος και αλουμινίου, αλλά αυτό θα είχε εσωτερικές εγχώριες πολιτικές συνέπειες μεταξύ των εργαζομένων στον χάλυβα και το αλουμίνιο και της αμερικανικής κυβερνήσεως. Συνεπώς οι παραχωρήσεις για τη μεταρρύθμιση του ΠΟΕ και η κατάργηση των τιμολογίων χάλυβος και αλουμινίου είναι ολιγότερον πιθανές από παραχωρήσεις για άλλα θέματα. 

Οι κυβερνητικές και δημόσιες πιέσεις στις εταιρείες τεχνολογίας και κοινωνικών μέσων θα συνεχίσουν να επεκτείνονται παγκοσμίως. Οι Ηνωμένες Πολιτείες, η Ευρώπη και η Κίνα θα λάβουν μέτρα για τον περιορισμό της ισχύος των εταιρειών τεχνολογίας, με αντίκτυπο αισθητό καθ’ όλον το έτος. Η κυβέρνηση του Μπάϊντεν διώρισε σε βασικές αντιμονοπωλιακές θέσεις στον Λευκό Οίκο και στο Υπουργείον Δικαιοσύνης αρκετά πρόσωπα που είναι ιδιαιτέρως επιφυλακτικά απέναντι στους «Τεχνολογικούς Γίγαντες», στην «Μεγάλη Τεχνολογία» (Big Tech) [οι κυρίαρχες αμερικανικές εταιρείες πληροφορικής τεχνολογίας Amazon, Apple, Facebook, Google, Microsoft, γνωστές και ως «Οι 5 Μεγάλοι»]. Αυτό το γεγονός σηματοδοτεί ότι η κυβέρνηση θα αναλάβει μιαν ισχυρά αντίσταση, μια αυστηρά στάση απέναντι στο πλέγμα της Big Tech, εφαρμόζουσα μια πολιτική που θα ημπορούσε να αρχίσει τάχιστα. 

Εκτός των Ηνωμένων Πολιτειών, η διαμάχη της Αυστραλίας και του Facebook (σχετικώς με την αδειοδότηση του περιεχομένου) θα ωθήσει άλλες κυβερνήσεις να αναλάβουν πλέον επιθετική δράση εναντίον εταιρειών πολυμέσων, συμπεριλαμβανομένων του Καναδά και της Νέας Ζηλανδίας, χωρών οι οποίες ήδη προσπαθούν να υιοθετήσουν κανόνες παρομοιους με αυτούς της Καμπέρα. Η πίεση στις εταιρείες των κοινωνικών μέσων πέραν από τις αντιμονοπωλιακές ανησυχίες θα επεκταθεί επίσης παγκοσμίως, ιδίως καθώς οι κυβερνήσεις επιδιώκουν να διευρύνουν τα αιτήματα καταργήσεως ή και φραγής των ιστοτόπων κοινωνικών μέσων, λόγω διαδόσεως – διασποράς πληροφοριών που οι κυβερνήσεις θεωρούν επιβλαβείς. 

Κατά τους τελευταίους μήνες, η Ρωσία, η Ινδία και η Τουρκία έχουν επίσης αυξήσει τις πιέσεις τους κατά των εταιρειών κοινωνικών μέσων ενημερώσεως και κατά την διάρκεια του υπολοίπου έτους θα εφαρμόσουν περαιτέρω περιορισμούς.Η προσπάθεια της Κίνας να περιορίσει την ανεξαρτησία των εθνικών εταιρειών τεχνολογίας και ιδιαιτέρως εκείνων της οικονομικής τεχνολογίας θα συνεχισθεί αμείωτος. Η ένταση της καταστολής θα ημπορούσε, ωστόσον, να επιβραδυνθεί τώρα που ο Κινέζος κροίσος Τζακ Μα Γιούν κάτοχος της τεραστίας εταιρείας Ant Group εφάνη πειθήνιος στις κυβερνητικές «νουθεσίες» και συναινετικός, ώστε να δοθεί ένα παράδειγμα τώρα που εφαρμόζονται οι νέοι κανόνες οι οποίοι διέπουν τις «μεγάλες πλατφόρμες» των μέσων ενημερώσωες και των χρηματοοικονομικών διεργασιών μέσω Διαδικτύου. 

  Με το ήδη εγκεκριμένο 14ο «Πενταετές Σχέδιον» της Κίνας, το Πεκίνο θα επικεντρωθεί στην ευθυγράμμιση της συνολικής αναπτύξεως του τεχνολογικού τομέως με τις προτεραιότητές του - κάτι που κατέστη κατεπείγον εν μέσω του εντεινομένου «τεχνολογικού πολέμου» ΗΠΑ-Κίνας. Στο πλαίσιο αυτών των ενεργειών η κυβέρνηση της Λαϊκής Δημοκρατίας αποπειράται να αναγκάσει θεσμικώς τις μεγάλες εταιρείες τεχνολογίας να χρησιμοποιούν συχνότερον τους εγχωρίους προμηθευτές για την ενίσχυση του ευρυτέρου βιομηχανικού κλάδου. 

Οι Ηνωμένες Πολιτείες και το Ιράν θα επιδιώξουν να εκκινήσουν άμεσες συνομιλίες για τις κυρώσεις των ΗΠΑ και το πυρηνικό πρόγραμμα του Ιράν πριν από τις ερχόμενες ιρανικές προεδρικές εκλογές στις 18 Ιουνίου. 

Οι συνομιλίες θα ημπορούσαν να προετοιμάσουν έναν δρόμο για μια συμφωνία, όπου το Ιράν θα ανακουφισθεί κάπως από τις κυρώσεις με αντάλλαγμα το «πάγωμα» ή την μείωση των πυρηνικών του δραστηριοτήτων. Ωστόσον, το χρονοδιάγραμμα για την πραγματοποίηση τέτοιων συνομιλιών πριν από τις ιρανικές προεδρικές εκλογές καθίσταται ολιγότερον ρεαλιστικό, καθώς οι αρχικές συνομιλίες συνεχίζονται λόγω του αιτήματος του Ιράν να προσφέρουν οι Ηνωμένες Πολιτείες κάποιαν ανακούφιση με χαλάρωση των κυρώσεων ως προϋπόθεση για την έναρξη συνομιλιών και λόγω της εμφανούς απροθυμίας των ΗΠΑ να το πράξουν. Αυτό το δρώμενο πιθανότατα θα μεταθέσει οποιανδήποτε πιθανή συμφωνία στο μέλλον, περί το τέλος του έτους το ενωρίτερον. 

Μοιραίως, οι περαιτέρω κινήσεις της Τεχεράνης με το πυρηνικό της πρόγραμμα θα την απομακρύνουν διαρκώς περισσότερον από τις Ηνωμένες Πολιτείες και την ομάδα «Ε3» (Γαλλία, Γερμανία και Ηνωμένο Βασίλειο). 

Παρ’ όλα αυτά, θα συνεχίσουν να προσφέρουν Μέτρα Οικοδομήσεως Εμπιστοσύνης χωρίς σημαντική ανακούφιση από τις κυρώσεις, προκειμένου να εκκινήσουν οι συνομιλίες. Ωστόσον, το Ιράν θα συνεχίσει να επεκτείνει τις πυρηνικές του δραστηριότητες έως ότου απαλλαγεί από τις κυρώσεις και η κατάσταση θα γίνεται ολοέν και περισσότερο μια διεθνής κρίση. Το Ιράν είναι απίθανο να μειώσει πλήρως τη συνεργασία με τον «Διεθνή Οργανισμό Ατομικής Ενεργείας» σύντομα, αλλά θα ημπορούσε να το πράξει αμέσως εφ΄όσον οι συνομιλίες συνεχίσουν να λιμνάζουν και στον ερχόμενο Ιούνιο μια προσωπικότης της σκληράς γραμμής κερδίσει την προεδρία της χώρας.

Οι χώρες του «OPEC +» [«Organization of the Petroleum Exporting Countries +» / «Οργανισμός Εξαγωγών Πετρελαιοπαραγωγών Χωρών +», ήτοι Ρωσία, Αζερμπαϊτζάν, Μπαχρέϊν, Μπρουνέϊ, Καζακστάν, Μαλαισία, Μεξικό, Ομάν, Νότιο Σουδάν και Σουδάν] θα αυξήσουν την παραγωγή του πετρελαίου τους, καθώς η ζήτηση αυξάνεται λόγω της παγκοσμίου διαθέσεως των εμβολίων, αλλά η υψηλή ζήτηση και η επιθυμία του «ΟΠΕΚ+» να κρατήσει τις προμήθειες «σφικτές» θα συνεχίσουν να ενισχύουν τις τιμές του πετρελαίου. Η απόφαση του «ΟΠΕΚ+» στις 4 Μαρτίου να μην αυξήσει την παραγωγή πετρελαίου τον Απρίλιο και η συνέχιση της εθελοντικής περικοπής 1 εκατομμυρίου βαρελιών / ημέρα από τη Σαουδαραβία είναι ενδείξεις πως ο «ΟΠΕΚ+» θα προσπαθήσει να κρατήσει τις προμήθειες περιορισμένες. Ωστόσον, η Σαουδική Αραβία δεν θα προσπαθήσει πλέον να αντισταθμίσει την ώθηση της Ρωσίας για αύξηση της παραγωγής πετρελαίου, αλλά θα υποστηρίξει τις καλώς μετρημένες αυξήσεις της παραγωγής κατά την διάρκεια του επικειμένου θέρους. 

Τα υψηλότερα έσοδα από πετρέλαιο και φυσικό αέριο θα ανακουφίσουν μερικά από τα βραχυπρόθεσμα οικονομικά προβλήματα που αντιμετωπίζουν οι πετρελαιοπαραγωγές χώρες παγκοσμίως. Ωστόσον, η ανάκαμψη των τιμών θα εξακολουθήσει να είναι ανεπαρκής και «αναιμική» σε σύγκριση με την κρίση που αντιμετώπισαν από την έναρξη της πανδημίας, οπότε θα χρειασθούν υψηλότερες τιμές επί πολλούς μήνες, αν όχι έτη, για μία σημαντική βελτίωση των οικονομικών τους. 

Οι υψηλότερες τιμές του πετρελαίου θα δυσχεράνουν επίσης τα πράγματα για τους διοικητές των κεντρικών τραπεζών σε ολόκληρο τον κόσμο, καθώς προσθέτουν έναν επί πλέον παράγοντα στον πιεστικό πληθωρισμό και υπονομεύουν σαφώς την οικονομική ανάκαμψη στις ανεπτυγμένες χώρες οι οποίες εξαρτώνται από ενεργειακούς πόρους για να τροφοδοτήσουν τις οικονομίες τους. 

Α. Κωνσταντίνου


 Copyright 2019 - 2021 - A.Konstantinou - All Rights Reserved

Made with Mobirise html website theme