© Copyright 2019-2O21 - A.Konstantinou - All Rights Reserved

«Παραθυράκια» επιτρέπουν σε επιχειρήσεις χωρών της ΕΕ

Οι συμβάσεις κατάρτισης - εκπαίδευσης και συντήρησης μεταξύ ευρωπαϊκών εταιρειών και ξένων στρατών, διατηρούν τις συγκρούσεις στην Υεμένη και τη Λιβύη. Ενεργοποιούνται αποτελεσματικά από τα κράτη μέλη της ΕΕ επειδή είναι νομίμως «κρυμμένες» από την πολιτική και δικαστική εποπτεία.

Αυτό αποκαλύφθηκε από μια κοινή έρευνα του ολλανδικού οργανισμού μέσων ενημέρωσης «Lighthouse Reports» και του «Παγκόσμιου Δικτύου Νομικής Δράσης» (Global Legal Action Network / GLAN), μια έρευνα που συνδυάζει τη νομική ανάλυση με τις πληροφορίες ανοιχτών πηγών (“Open Sources Intelligence”), διήρκεσε περίπου δύο χρόνια και είχε τίτλο «Αόρατοι Σύνδεσμοι της Ευρώπης με Φλεγόμενες Συγκρούσεις».

Στις αρχές Μαρτίου 2021, η επιτροπή εμπειρογνωμόνων του ΟΗΕ για τη Λιβύη δημοσίευσε μια έκθεση που τεκμηριώνει εκατοντάδες παραβιάσεις του εμπάργκο όπλων του Συμβουλίου Ασφαλείας του ΟΗΕ. Το εμπάργκο, σύμφωνα με την έκθεση, υπήρξε "εντελώς αναποτελεσματικό".

Η Τουρκία είναι ένας κατά συρροήν παραβάτης, ένας «σειριακός παράνομος», διατηρώντας αποτελεσματικά μια αερογέφυρα για να στέλνει μαχητές και εξοπλισμό στη Λιβύη. Τα στοιχεία στην έκθεση ανέφεραν 89 πτήσεις μεταξύ Τουρκίας και Λιβύης.

Εν τω μεταξύ, μια ομάδα συντήρησης από την Airbus συνέχιζε τις εργασίες της στ0ν αεροδιάδρομο του αεροδρομίου στην Καισάρεια (Kayseri) της Τουρκίας. Οι άνθρωποι αυτής της ομάδας είναι υπεύθυνοι για τη διασφάλιση της συνεχούς λειτουργίας του στρατιωτικού μεταφορικού στόλου. Υποστηρίζονται και από μιαν ομάδα στο Χετάφε (Getafe) της Ισπανίας. Οι δε πιλότοι που πετούν αυτά τα στρατιωτικά αεροπλάνα εκπαιδεύονται και από την Airbus.

Σύμφωνα με το εμπάργκο του ΟΗΕ, η ΕΕ επιβάλλει τις δικές της κυρώσεις στη Λιβύη.

Τις ανανέωσε λίγες μέρες μετά την έκθεση του ΟΗΕ, αλλά δεν έκανε τίποτα για να διορθώσει τα σφάλματα και τις αποτυχίες που επέτρεψαν στην Airbus, (μιαν ευρωπαϊκή επιχείρηση), να παράσχει κρίσιμη υποστήριξη στην παράνομη αεροπορική δραστηριότητα της Τουρκίας. Αντί να αναλάβει τις διεθνείς της ευθύνες, η ανανέωση του εμπάργκο της ΕΕ φάνηκε απλώς ένα παράδειγμα ….. οργανωμένης ανευθυνότητας.

Η συνήθης ισχύουσα αντίληψη είναι ότι όταν συνάπτονται συμφωνίες όπλων και αποστέλλονται τα εν λόγω «αγαθά», τότε τελειώνει η ευθύνη των παραγόντων εκείνων που προμηθεύουν όπλα.

Η πραγματικότητα είναι ότι οι δεσμεύσεις συντήρησης και κατάρτισης - εκπαίδευσης δημιουργούν μακροχρόνιες στενές σχέσεις μεταξύ των ευρωπαϊκών εταιρειών και των αμφιλεγομένου ανθρωπισμού πελατών τους.

Οι περισσότερες προσφορές όπλων περιλαμβάνουν "υπηρεσίες μετά την πώληση", όπως εκπαίδευση, συντήρηση και μεταφορά τεχνογνωσίας. Συχνά, έως και το 50 τοις εκατό της αξίας μιας πολυετούς σύμβασης όπλων σχετίζεται με τις υπηρεσίες μετά την πώληση, οι οποίες αποτελούν ένα σημαντικό και ολοένα σημαντικότερο πυλώνα της βιομηχανίας όπλων. Αυτά τα προσοδοφόρα συμβόλαια μετά την πώληση αυξάνουν τα κέρδη και αφήνουν συχνά τις εταιρείες με ένα αόρατο μερίδιο σε αμφιλεγόμενες συγκρούσεις.

Μεγάλες εταιρείες όπως η Airbus, η Alakran, η Dassault, η DCI, η Navalgroup, και ο διακυβερνητικός ευρωπαϊκός «Οργανισμός για την Μεικτή Συνεργασία Εξοπλισμών» - OCCAR επωφελούνται από τη συνεχιζόμενη υποστήριξη σε στρατούς που χρησιμοποιούν ανοιχτά τον εξοπλισμό τους στην Υεμένη και τη Λιβύη - παρά τους ισχύοντες κανονισμούς και τα εμπάργκο.

Πώς όμως το πραγματοποιούν ; Για να απαντηθεί αυτό το ουσιαστικό και κρίσιμο ερώτημα, αναλύθηκαν οι νόμοι και οι κανονισμοί για τις υπηρεσίες μετά την πώληση όπλων στους πέντε μεγαλύτερους εξαγωγείς όπλων στην Ευρώπη : Γερμανία, Γαλλία, Ιταλία, Ισπανία και Βέλγιο.

Η εν λόγω έρευνα αποτελεί τον πρώτο ολοκληρωμένο απολογισμό του πολυεπίπεδου νομικού πλαισίου που διέπει τις «υπηρεσίες μετά την πώληση» στη βιομηχανία όπλων. Καταγράφει τα διάφορα κενά στον κανονισμό των «υπηρεσιών μετά την πώληση» και τα παραβάλλει με έναν λογαριασμό των πιθανών υποχρεώσεων σε για τις αμυντικές εταιρείες αμυντικού υλικού και τα αδειοδοτικά τους κράτη.

Η διενεργηθείσα ανάλυση βασίζεται σε μια λεπτομερή ανασκόπηση των πρωτογενών πηγών, (συμπεριλαμβανομένων των νόμων και της νομολογίας), δευτερογενών πηγών, όπως ανάλυση από συμφυείς ΜΚΟ και ομάδες προβληματισμού, καθώς και συνεντεύξεις με περισσότερους από 20 ειδικούς εμπειρογνώμονες, συμπεριλαμβανομένων κορυφαίων επαγγελματιών, υποστηρικτών του ελέγχου όπλων και ακαδημαϊκών.

Το πρωταρχικό συμπέρασμα ήταν ότι οι Ευρωπαίοι προμηθευτές όπλων δεν υποστηρίζουν αμφιλεγόμενα καθεστώτα κατά παράβαση των ευρωπαϊκών νόμων, αλλά ….μέσω αυτών των νόμων , με την επιτήδεια χρήση τους. Κατά την έρευνα οι νόμοι με εκλεκτική τους προσεκτική διαχείριση, εν τέλει επιτρέπουν αυτήν την υποστήριξη ακόμη και όταν παραβιάζει ουσιαστικά το διεθνές δίκαιο και τα δεδηλωμένα εμπάργκο όπλων.

Ενώ η κοινή θέση της ΕΕ για τις εξαγωγές όπλων περιλαμβάνει σαφώς την κατάρτιση-εκπαίδευση, τη συντήρηση και την τεχνογνωσία, η εφαρμογή αυτής της συμφωνίας στην εσωτερική νομοθεσία αλλάζει από κράτος μέλος σε κράτος μέλος, οπότε το καθένα εμφανίζει τα δικά του διαρθρωτικά κενά.

Στα περισσότερα κράτη, οι μετά την πώληση υπηρεσίες διαθέτουν άδεια μαζικής μεταφοράς, χωρίς να υπόκεινται σχεδόν σε ελέγχους μετά την εξαγωγή. Ειδικότερα, στην Ιταλία και στην Ισπανία, πολλές υπηρεσίες μετά την πώληση μπορούν να αδειοδοτηθούν μέσω μιας ταχείας διαδικασίας, δίχως αξιολόγηση κινδύνου για πιθανή κατάχρηση εκ μέρους του τελικού χρήστη.

Στο Βέλγιο, οι υπηρεσίες μετά την πώληση εγκρίνονται συχνά στο πλαίσιο εκθέσεων, των οποίων τα κριτήρια εξαγωγής γενικώς λιγότερο αυστηρά. Στη Γερμανία, η εξαγωγή ανταλλακτικών αξίας έως και 25 τοις εκατό της αξίας του κυρίου είδους δεν απαιτεί πρόσθετη άδεια. Στη Γαλλία, η επισκευή ενός στρατιωτικού αντικειμένου δεν υπόκειται καθόλου στον έλεγχο των εξαγωγών.

Τα ευρήματα της εν λόγω έρευνας δείχνουν πώς οι αμυντικές εταιρείες εν τέλει μπορούν να είναι ανέγγιχτες από το νόμο. Παρά τους πολυάριθμους, συντριπτικά τεκμηριωμένους ισχυρισμούς για εφοδιασμό των συνεταιρισμών των κρατών και των εταιρειών σε σοβαρές παραβιάσεις του διεθνούς δικαίου, (συμπεριλαμβανομένου και εμπάργκο των Ηνωμένων Εθνών), είτε κράτη αδειοδότησης είτε εταιρίες στον τομέα «μετά την πώληση» ακόμη δεν έχουν παρουσιασθεί ενώπιον δικαστηρίου, ούτε τέτοιες δραστηριότητες απετέλεσαν αντικείμενο κοινοβουλευτικού ελέγχου.

Προφανώς ο ρόλος των ισχυόντων νόμων για τον έλεγχο των όπλων σε αυτήν την καλά οργανωμένη …. «ανευθυνότητα» δεν είναι ούτε τυχαίος ούτε βιώσιμος. Η νομοθεσία των κρατών μελών και τα υφιστάμενα συστήματα αδειοδότησης, τους δίδουν δυνατότητα να σπάσουν τα εμπάργκο όπλων που επιδιώκει η ΕΕ να επιβάλει.

Η Γερμανίδα ευρωβουλευτής των Πρασίνων Hannah Neumann προσπάθησε να αντιμετωπίσει το ζήτημα, αλλά αντίθετα επιβεβαίωσε έμπρακτα την εν προκειμένω αδυναμία του Ευρωκοινοβουλίου : Έγραψε επιστολές προς την Airbus και την OCCAR, σε μια προσπάθειά της να διευκρινίσει το δρώμενο και να σχηματοποιήσει τη λογοδοσία για τη συνεχιζόμενη υποστήριξή τους στην Τουρκία και στη Σαουδική Αραβία. Μέχρι στιγμής, οι επιστολές της …. δεν έχουν λάβει απάντηση.

Εάν τα κράτη μέλη της ΕΕ που συνεχίζουν να εγκρίνουν αυτές τις συνεχιζόμενες εξαγωγές όπλων είχαν πραγματικά δεσμευθεί για τον τερματισμό της βίας στη Λιβύη, τότε τα πολεμικά αεροπλάνα της Τουρκίας θα καθηλώνονταν, μονίμως προσγειωμένα εντός λίγων εβδομάδων.

Τα ευρωπαϊκά κράτη και οι εταιρείες τους εμπλέκονται σε εντατικές και μακροπρόθεσμες σχέσεις εξυπηρέτησης, σχέσεις που δημιουργούν εξαρτήσεις από ευρωπαίους φορείς και ουσιαστικά τους καθιστούν εμμέσως συμμετέχοντες σε βίαιες καταχρηστικές συγκρούσεις, όπως της Υεμένης και της Λιβύη. Προφανώς αυτή η δραστηριότητα τους εκθέτει δυνητικά σε σοβαρούς νομικούς και πολιτικούς κινδύνους για μια στρατιωτική βοήθεια τέτοιου είδους.

Α. Κωνσταντίνου


 Copyright 2019 - 2021 - A.Konstantinou - All Rights Reserved