© Copyright 2019-2O21 - A.Konstantinou - All Rights Reserved

Κλιμακούμενες διαφωνίες ΗΠΑ – Τουρκίας σχηματοποιούν νέο πλαίσιο αλληλεπιδράσεων τους

Η πρώτη συνάντηση του Προέδρου των ΗΠΑ Τζο Μπάϊντεν με τον Τούρκο ομόλογό του Ρετσέπ Ταγίπ Ερντογκάν καταδεικνύει ότι, στο εγγύς μέλλον, οι διμερείς σχέσεις των δύο χωρών θα παραμείνουν τεταμένες μεν, αλλά και «ρεαλιστικά σταθερές». Ωστόσον, οι υφιστάμενες πολλές ανεπίλυτες διαφωνίες της Ουάσιγκτον και της Αγκύρας, σε συνδυασμόν με τις αμφιλεγόμενες κινήσεις του Ερντογκάν και των συμμάχων του για μονοπωλιακή υπερσυγκέντρωση της εξουσίας, θα αφήσουν ανοικτό το ενδεχόμενο μελλοντικών εντάσεων που θα ημπορούσαν να κλιμακωθούν μέχρις και νέες κυρώσεις των ΗΠΑ. Στις 14 Ιουνίου, ο Μπάϊντεν συνηντήθη με τον Ερντογάν για πρώτη φορά από τότε που ορκίσθηκε πρόεδρος τον προηγούμενο Ιανουάριο.

Η συνάντηση, η οποία επραγματοποιήθη στο περιθώριον της συνόδου κορυφής του ΝΑΤΟ στις Βρυξέλλες, εχαρακτηρίσθη ευρέως ως «θετική» και ως παράγωγο περιελάμβανε συμφωνία στην οποία η Τουρκία εδεσμεύθη να αναλάβει την ευθύνη εξασφαλίσεως του αεροδρομίου της Καμπούλ στο Αφγανιστάν, καθώς οι Ηνωμένες Πολιτείες απεχώρησαν πλέον από την ταραχώδη χώρα της Νοτίου Ασίας. 

Όμως, παρ’ όλα αυτά, δεν επελύθη κανένα από τα άλλα σημαντικά σημεία διαφωνίας μεταξύ Ουάσιγκτον και Αγκύρας. Προς το παρόν, ο ρεαλισμός φαίνεται να οδηγεί την πιθανή πορεία των εν λόγω διμερών σχέσεων, αλλά παραμένουν πιθανές πολλές διακρατικές τριβές, καθώς το κυβερνών «Κόμμα Δικαιοσύνης και Αναπτύξεως» (AKP - Adalet ve Kalkınma Partisi / AK PARTİ) του Ερντογκάν προσπαθεί με σκληρό κυνισμό να ενισχύσει ολοκληρωτικώς τον έλεγχόν του στην Τουρκία, εν όψει των εθνικών εκλογών που έχουν προγραμματισθεί για τον Ιούνιον του 2023.

Οι εσωτερικοί περιορισμοί και οι στρατηγικές κατευθύνσεις της Τουρκίας θα αποτρέψουν την επίλυση των συνεχιζόμενων διαφωνιών, παρά την τρέχουσα ρεαλιστική φύση της σχέσεως ΗΠΑ-Τουρκίας. Τα εν λόγω «δυστροπικά» ζητήματα περιλαμβάνουν τα εξής: 

Αμερικανική υποστήριξη Κούρδων μαχητών στην Συρία          

        • Η διαφωνία: Οι Ηνωμένες Πολιτείες βασίζονται σε μεγάλο βαθμό στη συνεργασία με         τις «Συριακές Δημοκρατικές Δυνάμεις» (SDF - Syrian Democratic Forces) για τις         επιχειρήσεις τους κατά του Ισλαμικού Κράτους στην Συρία. Ωστόσον, ένα σημαντικό         συστατικό στοιχείο των SDF, είναι οι «Μονάδες Λαϊκής Προστασίας» (YPG Yekîneyên         Parastina Ge -l), οι οποίες συνδέονται με το Εργατικό Κόμμα του Κουρδιστάν και         πραγματοποιούν επιθέσεις εντός της Τουρκίας. Για τον λόγον αυτόν, η Τουρκία θέλει οι         Ηνωμένες Πολιτείες να διακόψουν όλους τους δεσμούς τους με τις YPG.          

        • Προοπτικές επιλύσεως: Είναι πολύ απίθανον η κυβέρνηση Μπάϊντεν να διακόψει τους         δεσμούς με τις SDF εν μέσω των αυξανομένων φόβων για πιθανή επανεμφάνιση ενός         Ισλαμικού Κράτους στην βορειοανατολική Συρία. Επίσης, από μιαν άποψη, η         εγκατάλειψη των SDF θα εκινδύνευε να ομοιάσει με τις επαναλαμβανόμενες         προσπάθειες της εποχής Τραμπ να αποσυρθούν ταχέως οι ΗΠΑ από την Συρία. 

Αγορά από την Τουρκία του ρωσικού πυραυλικού συστήματος S-400 

        • Η διαφωνία: Η Τουρκία το 2017 ηγόρασε το S-400, πράγμα το οποίον εθορύβησε         ιδιαιτέρως την Ουάσινγκτον και εγένησε φόβους τόσον περί των καινοφανών         ρωσοτουρκικών αμυντικών δεσμών, όσον και περί της δυνατότητος να         χρησιμοποιηθεί το σύστημα ως πηγή πληροφοριών για αμερικανικά αεροσκάφη         μυστικότητας. Οι Ηνωμένες Πολιτείες αφαίρεσαν την Τουρκία από το πρόγραμμα F-35         και επέβαλαν κυρώσεις στο πλαίσιο του νόμου Countering America’s Adversaries         Through Sanctions Act (CAATSA) ως αντίποινα για την αγορά. 

        • Προοπτικές επιλύσεως: Η Τουρκία έχει υιοθετήσει την ιδέα της από κοινού         παρακολούθησης του πυραυλικού συστήματος S-400 ή ακόμη και να το τοποθετήσει σε         αντάλλαγμα για την ανακούφιση των κυρώσεων. Ωστόσον, η άρση των «κυρώσεων         CAATSA» απαιτεί την επίβλεψη του Κογκρέσου των ΗΠΑ, όπου πολλοί νομοθέτες         εζήτησαν ήδη σκληρά δράση κατά της αγοράς του S-400 από την Τουρκία. Υπάρχει         πιθανότης η Τουρκία να συμβιβασθεί με μία «μέση λύση», περιορίζουσα με δεσμευτική         συνθήκη την συχνότητα της χρήσεως του S-400. Ωστόσον, παραμένει απίθανο η         Άγκυρα να εγκαταλείψει πλήρως το σύστημα χωρίς σημαντικές παραχωρήσεις από τις         ΗΠΑ, καθώς οι Τούρκοι βλέπουν την αγορά S-400 ως ζήτημα εθνικής ανεξαρτησίας. 

Έκδοση ενός Τούρκου ιεροκήρυκος ο οποίος ευρίσκεται στις ΗΠΑ 

        • Η διαφωνία: Η Τουρκία πιστεύει ότι ένας ογδοηκονταετής Τούρκος μουσουλμάνος         λόγιος και ιεροκήρυξ που ονομάζεται Μουχάμεντ Φετουλάχ Γκιουλέν ενορχήστρωσε         μιαν αιματηρά απόπειρα πραξικοπήματος το 2016 και έκτοτε συνελήφθησαν δεκάδες         χιλιάδες ανθρώπων με «υπόπτους δεσμούς» με τον Γκιουλέν και την υποτιθεμένη         «τρομοκρατική οργάνωση» του, αποκαλουμένη στην Τουρκία «Φετουλαχικό         Τρομοκρατικό Δίκτυο» (FETO - Fethullahçı Terör Örgütü). Αλλά οι Ηνωμένες Πολιτείες,         όπου ζει ο Γκιουλέν και όπου έχουν ζητήσει άσυλο πολλοί από τους οπαδούς του,         υπεστήριξαν τους ισχυρισμούς του ιεροκήρυκος ότι δεν συμμετείχε στο πραξικόπημα         και ότι το δίκτυον των φιλανθρωπικών δραστηριοτήτων και εταιρειών που εποπτεύει         είναι απολύτως ειρηνικό. 

        • Προοπτικές επιλύσεως: Οι Ηνωμένες Πολιτείες είναι εξόχως απίθανο να εκδώσουν         τον Γκιουλέν, καθώς ο Λευκός Οίκος δεν έχει πεισθεί ότι αυτός ήταν ο «εγκέφαλος»         οπίσω από την απόπειρα πραξικοπήματος του 2016. Η Τουρκία είναι επίσης απίθανον         να σταματήσει να στοχεύει τους υποστηρικτές του Γκιουλέν στο εσωτερικό της και στο         εξωτερικό, καθώς το κυβερνών AKP προσπαθεί να διατηρήσει την πολιτική αφοσίωση         των Τούρκων που εξακολουθούν να είναι ιδιαιτέρως οργισμένοι για την απόπειρα         πραξικοπήματος. 

Δρώμενο της Τουρκίας περί των ανθρωπίνων δικαιωμάτων 

        • Η διαφωνία: Ο Λευκός Οίκος του Μπάϊντεν αναζωογονεί την διπλωματική δέσμευση         της Ουάσινγκτον για τα ανθρώπινα δικαιώματα, οδηγών το ΑΚΡ της Τουρκίας σε         έλεγχο, καθώς το τουρκικό κυβερνών θρησκευτικό- εθνικιστικό κόμμα συχνότατα         τοποθετείται απέναντι σε ποικίλα διεθνή ζητήματα σε πλήρη αντίθεση με τις Ηνωμένες         Πολιτείες και ασκεί κριτική στις Δυτικές δυνάμεις. Επί παραδείγματι, τον παρελθόντα         Απρίλιο ο Μπάϊντεν έγινε ο πρώτος πρόεδρος των ΗΠΑ που ανεγνώρισε επισήμως την         σφαγή των Αρμενίων το 1915-1916 ως γενοκτονία. 

        • Προοπτικές προόδου: Οι πολιτισμικές και πολιτικές διαφορές ως προς τα ανθρώπινα         δικαιώματα θα παραμείνουν πιθανότατα ανεπίλυτες, καθώς το AKP επιδιώκει         αμετακίνητο τους εσωτερικούς ιδεολογικούς του στόχους, ενώ η κυβέρνηση Μπάϊντεν         προσπαθεί να επιβεβαιώσει το «ειλικρινές ενδιαφέρον» των ΗΠΑ για τα ανθρώπινα         δικαιώματα στο εξωτερικό, όπως αυτά ορίζονται από την Δύση. 

Επίσης, πριν από τις εθνικές εκλογές που έχουν προγραμματισθεί για τον Ιούνιο του 2023, το AKP θα δίδει πλήρη προτεραιότητα σε πολιτικές που αποσκοπούν στην νικηφόρο ενίσχυση του κόμματος. Τα πολιτικά κόμματα της Τουρκίας συζητούν επί του παρόντος μιαν ανασυγκρότηση του συντάγματος της χώρας, οπότε το AKP είναι πιθανόν να προωθήσει μιαν «νέα έκδοση» του συντάγματος η οποία θα ωφελήσει τον Ερντογκάν και θα κατευθύνει το πολιτικό σύστημα υπέρ του μακροπροθέσμου ελέγχου της χώρας από το κόμμα. 

Επι πλέον, το AKP πιθανότατα θα συνεχίσει την προσπάθεια καταστολής των κομμάτων της αντιπολιτεύσεως, όπως το «Λαϊκό Δημοκρατικό Κόμμα» (HDP - Halkların Demokratik Partisi) που κυριαρχείται από τους Κούρδους. Σε απάντηση αυτής της κυβερνητικής πρακτικής της Αγκύρας, οι Ηνωμένες Πολιτείες πιθανώς θα επικρίνουν τέτοιες πολιτικές, ενώ θα ημπορούσαν ακόμη και να αποπειραθούν να πιέσουν την Τουρκία να τις σταματήσει, είτε απειλούσες είτε και επιβάλλουσες ποικίλες κυρώσεις, οπότε θα υπενομεύετο η εμπιστοσύνη της Αγκύρας στην Ουάσιγκτον. 

        • Το κυβερνών AKP της Τουρκίας ευρίσκεται εμπεπλεγμένο σε μιαν εκλογική συμμαχία         με το «Κόμμα Εθνικιστικής Δράσεως» (MHP - Milliyetçi Hareket Partisi), το οποίον         συχνότατα αντιτίθεται στις οιεσδήποτε παραχωρήσεις προς τις Ηνωμένες Πολιτείες και         την Ευρώπη. Όμως χωρίς το MHP, το AKP δεν έχει κοινοβουλευτική πλειοψηφία,         οπότε δεν θα ήταν σε θέση να εγκρίνει νομοθεσία δίχως να ζητήσει νέες εκλογές. 

        • Το Συνταγματικό Δικαστήριον της Τουρκίας εδέχθη μιαν αίτηση από την ηγεσία του         AKP για απαγόρευση του (κουρδικού) κόμματος HDP, ήτοι ενός εξέχοντος κόμματος         της αντιπολίτευσης, του οποίου η εξάλειψη από το πολιτικό φάσμα προφανώς θα         ενίσχυε το μερίδιον ψήφων του AKP και θα διηυκόλυνε την μελλοντική νίκη του στις         εθνικές εκλογές. 

        • Το AKP εξεκίνησε και κατευθύνει εκ νέου συζητήσεις για την μεταρρύθμιση του         τουρκικού συντάγματος. Η τελευταία μεταρρύθμιση, (η οποία ετέθη σε ισχύ το 2018),         μετέτρεψε το κοινοβουλευτικό σύστημα της χώρας σε ένα προεδρικό σύστημα και         εδυσχέρανε την απομάκρυνση του Ερντογκάν από την εξουσία, παρατείνουσα         παραλλήλως τα όρια της θητείας του. Ο Ερντογκάν, βάσει του ισχύοντος συντάγματος,         υπόκειται επί του παρόντος σε όριον δύο πενταετών θητειών, μια θεσμική προϋπόθεση         την οποίαν το ΑΚΡ ημπορεί να επιχειρήσει να αλλάξει. 

Τέτοιες αγκυλώσεις περί την δομή και λειτουργία της εξουσίας πιθανότατα θα διευρύνουν το ιδεολογικόν χάσμα της Τουρκίας με τις Ηνωμένες Πολιτείες, μετατοπίζουσες το καθεστώς της έτι μακρότερον μιας συγχρόνου αστικής πλουραλιστικής δημοκρατίας. 

Το καθεστώς της Τουρκίας ως σημαντικής σύμμαχου του ΝΑΤΟ καθιστά την αυταρχική μετατόπιση της περισσότερον αμφιλεγομένη στις Ηνωμένες Πολιτείες, όπου πολιτικοί και ακτιβιστές αμφισβητούν απροκαλύπτως ότι οι μεταβαλλόμενες πολιτικές αξίες της Τουρκίας ευθυγραμμίζονται με την συνολική αποστολή του ΝΑΤΟ. 

Έτσι, η κυβέρνηση Μπάϊντεν θα καταδικάσει δημοσίως τις όποιες προσπάθειες του Ερντογκάν και του ΑΚΡ να εδραιώσει μιαν απολυταρχικού τύπου εξουσία και επίσης ημπορεί να προσπαθήσει να πιέσει την Τουρκία να σταματήσει εντελώς αυτές τις προσπάθειες, μέσω πραγματικών κυρώσεων ή απειλής κυρώσεων. 

Ωστόσον, τέτοια αντίποινα θα υπενόμευαν έτι περαιτέρω την εμπιστοσύνη της Αγκύρας στην Ουάσιγκτον και, με την σειρά τους, τις τυχόν ελπίδες για επίλυση των ποικίλων διαφορών που μαστίζουν την ευρυτέρα διμερή σχέση των δύο χωρών. 

Α. Κωνσταντίνου 




 Copyright 2019 - 2021 - A.Konstantinou - All Rights Reserved

Design a free site - Find more