ΠΡΟΣ ΜΙΑ ΝΕΑ ΕΠΟΧΗ ΕΘΝΩΝ-ΚΡΑΤΩΝ – Μια σύντομη ιστορικοπολιτιστική περιληπτική προσέγγιση του Καθολικισμού ως «ειρηνικού» οικουμενιστικού δόγματος

Κατά την ταραχώδη περίοδο, της «Μετανάστευσης των Λαών» (όρος που αναφέρεται στο σημαντικότατο ρόλο που έπαιξαν οι εισβολές μη ρωμαϊκών λαών, [ιδίως των Γερμανών (Φράγκων, Γότθων, Αλαμαννών), των ιρανοσαρματών Αλανών, των Σλάβων, των μογγολοευρωπαϊκών μιγάδων Αβάρων και των μογγολοειδών Ούννων], στη Δυτική Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία, περίοδο συστατική της παρακμής και πτώσης της, εμφανίζεται στο ιστορικό προσκήνιο ο Άγιος Αυγουστίνος Αυρήλιος, επίσκοπος του Βασιλικού Ιππώνος, ο φερόμενος ως «Ιερός Αυγουστίνος», (354-430). Πάμπολλες επισημάνσεις πολυαρίθμων διαπρεπών στοχαστών, απηχούν έναν κοινό τόπο της διεπιστημονικής έρευνας : Ότι ο Αυγουστίνος και η φραγκική επικυριαρχία στη Δύση αποτελούν αντιστοίχως το προσωπικό και το συλλογικό ιστορικό γεγονός, τα οποία καθιστούν τον 5ο αιώνα την ουσιαστική αποφασιστική τομή στην πορεία του δυτικού πολιτισμού. Το έργο του Αυγουστίνου παρουσιάζει όντως ιδιαίτερο ενδιαφέρον, καθώς στην προσωπική του περίπτωση αντανακλάται πλέον σαφέστατα η διαφοροποίηση ανάμεσα στην ελληνική Ανατολή και στη λατινική Δύση.

Ο Αυγουστίνος έζησε σε μιαν εποχή που μόνον ελάχιστοι δυτικοί θεολόγοι γνώριζαν την ελληνική γλώσσα, ενώ τα έργα των σημαντικών Ελλήνων Πατέρων του 4ου και των αρχών του 5ου αιώνα ήσαν ελλιπέστατα γνωστά στον λατινικό κόσμο. Ο Αυγουστίνος όμως, (που ευλόγως αγνοούσε τα κείμενα των ελληνόφωνων εκκλησιαστικών συγγραφέων, αφού ούτε μιλούσε ούτε διάβαζε ελληνικά), αν και ανελλήνιστος είχε καθολική αναγνώριση στη Δύση, για το λαμπρό του παράδειγμα της μετάνοιας και μεταστροφής του από τον Μανιχαϊσμό στον Χριστιανισμό, καθώς και για τον τεράστιο όγκο των κειμένων που συνέγραψε.

Καθοριστική στιγμή για την ανάπτυξη και πορεία της Δυτικής θρησκευτικής σκέψης αλλά και φιλοσοφικής σκέψης αποτέλεσε το διάσημο έργο του «Περί της Πολιτείας του Θεού» (De civitate Dei), μία πρώτη ολοκληρωμένη δυτικοευρωπαϊκή πρόταση για την κατανόηση της Ιστορίας. Είναι η περίοδος που οι Γερμανοί Γότθοι, υπό την ηγεσία του βασιλιά τους Αλαρίχου, οδηγήθηκαν σε μιαν άνευ προηγουμένου περιπλάνηση λεηλασίας και καταστροφής σε διάφορες περιοχές της Βαλκανικής και της Ιταλίας, δηλαδή του ελληνορωμαϊκού κόσμου, με αποκορύφωμα την άλωση και της ίδιας της Ρώμης το 410. Η είδηση του φοβερού γεγονότος της πτώσης της «Αιώνιας πόλης» συγκλόνισε, όπως ήταν φυσικό, ολόκληρη την οικουμένη και ο Αυγουστίνος εξέφρασε την αντικειμενική ιστορική κρίση την οποία έζησε, με την «Πολιτεία του Θεού», έργο που κατανοείται βαθύτερα ως απάντηση στην πτώση αυτή της Ρώμης. Ο Αυγουστίνος βλέπει με σαφώς δυϊστικό τρόπο το ιστορικό Γίγνεσθαι, ως έναν αέναο αγώνα της «πολιτείας του θεού» ενάντια στην «πολιτεία του διαβόλου», δηλαδή όλων εκείνων των δυνάμεων και υφών που αντιμάχονται τη θεία βούληση. Ταυτόχρονα όμως, με αυτή του την πραγματεία ο Αυγουστίνος, είναι εκείνος που υποστήριξε ισχυρότατα την ηγεμονία της καθολικής Εκκλησίας.

Ο ρόλος του πολύσημου έργου του Αυγουστίνου αποδείχθηκε ιδιαίτερα σημαντικός, εξαιτίας της εισβολής των βαρβαρικών φύλων και της ταυτόχρονης κατάρρευσης της Δυτικής Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας που, σύμφωνα με τον αείμνηστο επιφανέστατο Άγγλο βυζαντινολόγο Στήβεν Ράνσιμαν, άφησε ένα τεράστιο κενό, το οποίο ανέλαβε να καλύψει αποκλειστικά η Εκκλησία, ως ο εκφραστής και θεματοφύλακας όχι μόνο των ρωμαϊκών παραδόσεων και του ρωμαϊκού δικαίου, (σε αντίθεση προς τα σκληρά έθιμα που έφεραν οι νέοι, «βάρβαροι» εξουσιαστές), αλλά και ως προστάτρια της μαθήσεως και της παιδείας. Μέσα στο απερίγραπτο γενικευμένο πολιτικό και πολιτιστικό χάος της περιόδου οι εκκλησιαστικοί αξιωματούχοι κλήθηκαν συχνά ν’ αναλάβουν τη διοίκηση πόλεων ή και ολόκληρων περιοχών, βασιζόμενοι επάνω στη στέρεα θεωρητική θεμελίωση του έργου του Ιερού Αυγουστίνου.

Πρέπει να τονισθεί ότι επί αιώνες, στη Δύση, δεν υπήρχαν σχεδόν καθόλου εγγράμματοι εκτός των τάξεων του κλήρου, ενώ όλοι οι νομικοί και οι γραμματείς των κοσμικών ηγεμόνων ήσαν κληρικοί. Αυτά τα δρώμενα έτειναν να προσδώσουν στη ρωμαϊκή εκκλησία μιαν ιδιάζουσα «νομική υπόσταση». Η γραμματεία κάθε παπικής επισκοπής ήταν αναγκασμένη να επανδρώνεται παγίως με μορφωμένους νομικούς, οι τάσεις των οποιων άρχισαν κλιμακωτά να κυριαρχούν στην ρωμαιοκαθολική θεολογία. Οι Ρωμαίοι θεολόγοι προτιμούσαν τους σαφείς ορισμούς και η θεολογία τους έτεινε σε μια συστηματοποιημένη φιλοσοφία.

Σε αυτήν την πνευματική πορεία ήταν μεγάλη η συμβολή του Αυγουστίνου, καθώς αγνοώντας τα ελληνικά κείμενα των θεολογικών ζυμώσεων των πρώτων χριστιανικών αιώνων, προσάρμοσε τη χριστιανική του διδασκαλία σε απλουστευμένα και ευκολότερα αφομοιώσιμα σχήματα νομικής σκέψης, (πιθανώς και λόγω της τότε ζωτικής αναγκαιότητας να επιβληθεί «εξουσιαστικά» η εκκλησιαστική αυθεντία στο νέο πνευματικό περιβάλλον των «βαρβάρων», οι οποίοι στο μεταξύ ασπάζονταν τον χριστιανισμό).

Ταυτόχρονα, όταν οι Ρωμαίοι διοικητές αναγκάσθηκαν να παραιτηθούν, η μόνη εναπομείνασα μορφωμένη τάξη ήταν ο κλήρος, ο οποίος δεν περιορίσθηκε μόνο στο καθήκον του να μεταστρέψει στον Χριστιανισμό τους τραχείς εισβολείς, αλλά επί πλέον προμήθευσε τους νέους άρχοντες με εγγραμμάτους υπαλλήλους, προ πάντων νομικούς, οπότε ως συνακολουθο μια νοοτροπία άκαμπτης «νομοκανονικής» εφαρμογής διαπότισε τη ρωμαιοκαθολική θεολογία. Οι εισβολές των βαρβάρων και η συνακόλουθη πτώση της Αυτοκρατορίας στη Δύση, δημιούργησε ένα ανισόρροπο και ασταθές πλαίσιο, στο οποίο πρωταγωνιστούσαν φονικοί, φιλόδοξοι και αλληλοαντιμαχόμενοι φύλαρχοι, μεταξύ των οποίων ως μοναδικό κέντρο ενότητας, συνέχειας και σταθερότητας λειτουργούσε ο «Επίσκοπος Ρώμης», ο Πάπας και οι υπ΄αυτόν απολυταρχικές δομές της Δυτικής Εκκλησίας, ενισχυμένες, από την περιρρέουσα κατάσταση.

Προφανώς δεν πρέπει να λησμονούμε πως όταν κατέρρευσε από τις βαρβαρικές καταλήψεις η Ρωμαϊκή αυτοκρατορία, οι δυτικές, λιγότερο πολιτισμένες, επαρχίες, ήσαν εκείνες που έπεσαν πρώτες στα βαρβαρικά χέρια, οπότε εκεί προκλήθηκαν οι προαναφερόμενες ψυχονοητικές ζυμώσεις.

Επιπλέον, (ίσως και λόγω κάποιων νεοπλατωνικών επιρροών, για τα χαρακτηριστικά των οποίων υφίστανται διαφορετικές απόψεις των μελετητών), ο Αυγουστίνος στράφηκε έντονα προς τον υποκειμενισμό, τον ψυχολογισμό και την ενδελεχή ενδοσκόπηση, πιθανώς ως αποτέλεσμα της ιστορικής απογοήτευσης του σκεπτομένου ανθρώπου του 5ου αιώνα στη Δύση, ο οποίος βίωνε την ραγδαία παρακμή του πολιτισμού και αναζητούσε καταφύγιο στην εσωστρέφεια.

Αυτή η διαφορετική κατεύθυνση της δυτικής θεολογίας σε σχέση με την Χριστιανική Ανατολή, είχε ως θετικό της αποτέλεσμα, την μείζονα έμφαση που δόθηκε στην ανθρώπινη εσωτερικότητα, ενώ συνάμα έστρεψε την προσοχή της επιστήμης στον ψυχολογικό παράγοντα του θρησκευτικού φαινομένου. Ωστόσο αυτή η θεολογία, δίχως αναφορές στην περιρρέουσα ατμόσφαιρα, περιορίζει την θρησκευτική πίστη απλά σε μιαν εσωτερική υπόθεση. Μιαν υπόθεση η οποία για μεν την Χριστιανική Ανατολή αρχίζει επίσης με την ψυχή, όμως δεν τελειώνει εκεί αλλά «ακτινώνεται» δραστικά στον φυσικό και ιστορικό περίγυρο του ανθρώπου.

Επίσης, ιδιαιτέρως σημαντική διαφοροποίηση, απετέλεσε η ισχυρή έμφαση που έδωσε ο Αυγουστίνος στην «ουσία» του τριαδικού Θεού, σε σχέση με το «πρόσωπο» ή την «υπόσταση». [Τονίζεται εδώ πως ένα εγγενές μειονέκτημα της θεολογίας του Αυγουστίνου ήταν η ανυπαρξία στην λατινική γλώσσα όρων επαρκών να αποδώσουν τις λεπτοφυείς θεολογικές έννοιες. Έτσι για τον όρο «Υπόστασις» ο Μέγας Λατίνος χρησιμοποιεί τον όρο «Πρόσωπο» και αποδίδει στη λατινική τον όρο «Υπόστασις» ως substantia, ο οποίος χρησιμοποιείται για να αποδοθεί η ουσία και το θείο είναι].Η δυτική «Ουσιοκρατία» σε σχέση με την ανατολική «Προσωποκρατία», προκρίνει σαφώς την ενότητα του τριαδικού Θεού αντί να δώσει έμφαση στις υποστάσεις και στην ετερότητά τους όπως γινόταν στην Ανατολή (βλέπε Μαξίμου Ομολογητού, «Περί των δύο του Χριστού φύσεων», Patrologia Graeca 91,145Β: «Οίον επί της Αγίας Τριάδος, ταυτότης μεν έστιν ουσίας· ετερότης δε προσώπων. Mίαν γάρ ουσίαν ομολογούμεν, τρεις δε υποστάσεις.»)

Αυτή η πολυεπίπεδη και πολυσύνθετη διαφοροποίηση, με τις μύριες λεπτομερείς συστατικές της αντιθέσεις, πράγματι προετοίμασε και τη θεωρητική κατοχύρωση της διδασκαλίας του «Filioque» (εκπόρευση του Αγίου Πνεύματος «και εκ του Υιού»), που πρώτος ανέδειξε σε αντικείμενο διαμάχης …. ο Καρλομάγνος. Τελικά, η θεολογία του Αυγουστίνου, με την τεράστια έκταση και την ποικιλία των θεμάτων του, οδήγησε αργότερα σε ποικίλες εντάσεις και παρεξηγήσεις ανάμεσα σε Ανατολή και Δύση. Είναι οπωσδήποτε βέβαιο πως ο Αυγουστίνος επέδρασε ισχυρότατα και επί της μετέπειτα σχολαστικής θεολογίας, καθώς και επί των σημερινών ρευμάτων της κοινωνιολογίας, της φιλοσοφίας της θρησκείας, της ψυχολογίας της θρησκείας, καθώς και της μεταφυσικής ηθικής, (της οποίας αναγκαία συνθήκη είναι η έννοια της ελευθερίας και ικανή συνθήκη η ιδιότητα της βούλησης).

[Φιλοσοφία της θρησκείας είναι η φιλοσοφική εξέταση των κεντρικών θεμάτων και ιδεών που σχετίζονται με θρησκευτικές παραδόσεις. Διαφέρει από την θρησκευτική φιλοσοφία στο ότι επιδιώκει να συζητά θέματα σχετικά με τη φύση της θρησκείας στο σύνολό της, αντί να εξετάζει τα προβλήματα που προκαλούνται από ένα συγκεκριμένο σύστημα πεποιθήσεων. Μπορεί να διεξάγεται από πιστούς ή μη πιστούς. Διακρίνεται από τη θεολογία, καθώς για τη θεολογία, οι κριτικοί της προβληματισμοί βασίζονται σε θρησκευτικές πεποιθήσεις, για τις οποίες μιλάει και μαρτυρά, ενώ η φιλοσοφία της θρησκείας βασίζει τα επιχειρήματά της σε διαχρονικές αποδείξεις. Ορισμένες πτυχές της θεωρούνται ως μέρος της μεταφυσικής.

Ψυχολογία της Θρησκείας είναι η συστηματική έρευνα και μελέτη μέσω επιστημονικών ψυχολογικών θεωριών και μεθόδων όλων των ατομικών και συλλογικών ταυτοτήτων, αντιλήψεων (φυσιολογικών ή και νοσηρών), ορμών, επιθυμιών, συγκινησιακών αντιδράσεων, στάσεων συμπεριφοράς και αξιών οι οποίες γνωσιακά και πολιτισμικά (επιστήμη, τέχνη, ήθη και έθιμα) σχετίζονται με το θρησκευτικό «σημαίνον» (όπως αυτό προσδιορίζεται δυνητικά από την γλώσσα, τα σύμβολα, τις δογματικές αρχές και τις πεποιθήσεις, καθώς και από ποικίλες νοητικές ή ψυχικές καταστάσεις και πρακτικές)].

Ύστερα από εξήντα περίπου χρόνια, μετά τον θάνατο του πολυγραφότατου «Ιερού» Αυγουστίνου, το 492, για πρώτη φορά ο Πάπας Γελάσιος ο Α΄ αποφαίνεται επίσημα για την προτεραιότητα και την ανωτερότητα της εκκλησιαστικής εξουσίας απέναντι στην πολιτική ! Το όραμα ίδρυσης ενός ισχυρού κράτους, όπου η αυτοκρατορική εξουσία θα είναι υποτελής αναζητά κάποια δύναμη, που κατ’ αρχήν θα έθετε τα θεμέλια και την υπόσταση του κράτους αυτού. Στην προκειμένη περίπτωση βρέθηκαν οι Φράγκοι, που κι αυτοί με τη σειρά τους είχαν παρόμοια οράματα.

Σημειωτέο βεβαίως πως δεν ήταν τυχαίο ότι οι Πάπες εγκαταστάθηκαν στην Ρώμη, στην αυτοκρατορική πρωτεύουσα και έτσι συνέχισαν να ταυτίζονται με το κύρος της αυτοκρατορικής Ρώμης, ακόμη και μετά την κατάρρευση της Αυτοκρατορίας. Ούτε ήταν τυχαίο ότι οι Καθολικοί ιεράρχες επέλεξαν το ρωμαϊκό συγκεντρωτικό διοικητικό μοντέλο για τη διαχείριση των εκκλησιαστικών και κοσμικών υποθέσεων τους. Η Ρωμαιοκαθολική Εκκλησία ήλπιζε έτσι να αντλήσει δύναμη από δύο πηγές : Την απεριόριστη δύναμη του Θεού και το κύρος της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας, κάποτε πανίσχυρης.

Κατά τον Μεσαίωνα, η Καθολική πίστη επέκτεινε την επιρροή της σχεδόν σε όλη τη Δυτική και Κεντρική Ευρώπη. Η αυξανόμενη επιρροή της στο πνευματικό πεδίο συνοδεύτηκε τότε από θεαματική αύξηση της δύναμης της Εκκλησίας. Μέχρι τον 13ο αιώνα, οι καθολικοί πάπες, οι καρδινάλιοι, οι επίσκοποι, τα μοναστήρια και οι ταπεινές ενορίες κατείχαν τουλάχιστον το ένα τρίτο της έκτασης της Δυτικής Ευρώπης ! Για μια σύντομη περίοδο, φαινόταν στους ανθρώπους εκείνης της περιόδου ότι η Καθολική Εκκλησία θα γινόταν η κυρίαρχη πολιτική δύναμη στην Ήπειρο.

Οι Πάπες ξεκίνησαν μια σειρά από προσυλητιστικές ή αφανιστικές ανηλεείς σταυροφορίες κατά των Μουσουλμάνων, κατά των ειδωλολατρικών φυλών, καθώς και κατά των ηγεμόνων που ακόμα ήσαν πέρα από την εμβέλεια της «αληθινής πίστης». Χαρακτηριστικό παράδειγμα τέτοιας παπικής δραστηριότητας βρίσκει κανείς στην εθνική ιστορία της Λιθουανίας, όπου οι Σταυροφορίες μνημονεύονται για τη διπροσωπία, τη σκληρότητα και τη φιλαργυρία των «υπερασπιστών της πίστης», αλλά και για την απελπισμένη και ηρωική αντίσταση των παγανιστών Βαλτικών πληθυσμών, των τελευταίων Ευρωπαίων ειδωλολατρών που εκχριστιανίστηκαν.

Ωστόσο, η δύναμη της Ρωμαιοκαθολικής Εκκλησίας έδωσε σταδιακά τη θέση της σε κοσμικούς αντιπάλους : Γάλλους, Ισπανούς και Άγγλους μονάρχες, οι οποίοι έστρεψαν το βλέμμα τους στο έργο της δημιουργίας των δικών τους εθνικών κρατών. Μάλιστα ο Άγγλος βασιλιάς, Ερρίκος ο Η’, ίδρυσε ακόμη και μια ξεχωριστή Αγγλικανική Εκκλησία ως απάντηση στην ανάμειξη των Καθολικών παπών στις υποθέσεις της χώρας του.

Παρά αυτές τις οπισθοδρομήσεις, το όραμα ενός ενοποιημένου χριστιανικού βασιλείου στη γη παρέμεινε με τη μορφή της Αγίας Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας, αν και περισσότερο ως σύμβολο παρά ως ένα πραγματικό κέντρο εξουσίας. Η Αγία Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία έζησε για χίλια χρόνια μέχρι που τελικά θάφτηκε το 1806, όταν ο Ναπολέων σκέφτηκε να ιδρύσει τη δική του κοσμική ευρωπαϊκή αυτοκρατορία.

Οι χριστιανικές έννοιες της ατομικής σωτηρίας και της ανεκτίμητης αξίας της ατομικής ψυχής έπαιξαν πολύ κρίσιμο ρόλο στην εξέλιξη της ευρωπαϊκής σκέψης ακόμη και μετά τη μεσαιωνική περίοδο, στο απόγειο της ρωμαιοκαθολικής επιρροής. Η χριστιανική κοσμοθεωρία χρησίμευσε ως η ατμόσφαιρα που εξέθρεψε τις ιδέες του 17ου και 18ου αιώνα περί ενός «λογικά σκεπτόμενου» ατόμου και περί ορθολογισμού. Έδειξε το δρόμο προς τη φιλελεύθερη δημοκρατία, τον σοσιαλισμό, τον κομμουνισμό, τον καπιταλισμό, καθώς και προς τη σημερινή παγκοσμιοποίηση της ελεύθερης αγοράς.

Τα επόμενα κοσμικά δόγματα της πολιτικής ισότητας θα μπορούσαν να αναχθούν στις διδασκαλίες της Καινής Διαθήκης σχετικά με την προστατευτική διάθεση του Χριστού – Καλού Ποιμένος προς τα «πρόβατά» του. Εάν αποδεχθούμε πως κάθε ψυχή είναι εξίσου πολύτιμη στα μάτια του Θεού, τότε εύλογα κάθε άτομο θα πρέπει να απολαμβάνει ίσα δικαιώματα σε αυτόν τον κόσμο. Είναι ολοφάνερο πως για τους υποστηρικτές ενός ενοποιημένου κόσμου, μια παγκόσμια πολιτική τάξη πραγμάτων, μία παγκόσμια διακυβέρνηση, είναι το ιδανικό εξαναγκαστικό μέσο για τη διασφάλιση της ισότητας για όλους.

Επομένως, δεν προκαλεί καμία έκπληξη το γεγονός ότι στην Ευρώπη, οι εκπρόσωποι της Εκκλησίας υπερασπίζονται τα δικαιώματα τόσο των νόμιμων όσο και των παράνομων μεταναστών και γενικά αντιτίθενται στα οποιαδήποτε αυστηρά μέτρα των εθνικών κυβερνήσεων για τον περιορισμό της ανεξέλεγκτης μετανάστευσης στα εδάφη τους από ανθρώπους του Τρίτου Κόσμου. Οι παγκόσμιοι κανόνες οι οποίοι έχουν τις ρίζες τους στο χριστιανικό δόγμα είναι τόσο βαθιά ενσωματωμένοι στον «δυτικό» Πρώτο Κόσμο που θα απαιτούσε σημαντική διανοητική προσπάθεια για να φανταστεί κανείς ότι οι σύγχρονοι άνθρωποι θα μπορούσαν να ζουν σύμφωνα με άλλα πρότυπα.

Α. Κωνσταντίνου

Similar Posts